Ίσως
Κάπου κάπου
Να επιστρέφω εδώ
Σε αυτό το χώρο
Αυτόν το χορό
Σε γνώριμα παιδικοεφηβικά βήματα
Πάντοτε μετρημένα και δειλά
Τα χω ανάγκη ώρες ώρες
Κι ας μεγάλωσα
Κι ας μην ακολουθώ όπως τότε
Τον ίδιο ρυθμό
Κι ας έχει φύγει η ντροπή
Επιστρέφω
Γιατί ο φόβος παραμένει
Μη φανώ
Μην εκτεθώ
Μην κριθώ
Εδώ είμαι ακόμη αφανής
Ασήμαντη
Ασφαλής
Πώς όμως περιμένω να κερδίσω έτσι;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξέσπασμα σκέψεων και στιγμών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξέσπασμα σκέψεων και στιγμών. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 13 Μαρτίου 2018
Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2017
Αλλαγή
Πόσο μπορεί να αλλάξει ένας άνθρωπος
λεπτό με το λεπτό
ώρα με την ώρα
μέρα με τη μέρα
χρόνο με τον χρόνο
Πόσα μπορούν να γίνουν
μέσα σε μια στιγμή
πόσο εύκολα μπορεί να διαβρωθεί
ένα πρόσωπο, ένα σώμα, ένα μυαλό, μια ψυχή
Αν με έβλεπες
Αν με διάβαζες
Δεν θα με γνώριζες πια
Μην αναρωτηθείς
Μην ψάξεις
Μη ρωτήσεις
Τι και ποιος φταίει
Αν θες να φύγεις,
φύγε
Αν πάλι θες να μείνεις
μείνε να με γνωρίσεις απ την αρχή
Ευθύνη δε φέρω για την απόφασή σου
Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014
Ο Νόμος της ζωής
Βγήκα θαρρώντας θα χαθώ
στη μαύρη νύχτα.
Δεν υπολόγισα όμως
τους κατασκόπους του ουρανού.
Μύρια αστέρια, προβολείς,
να λούζουν φως την ενοχή μου,
και το φεγγάρι δικαστής
να φυλακίζει μια για πάντα την ψυχή μου.
Για το έγκλημά μου ουδείς θα αναρωτηθεί.
Όταν καρδιά και σώμα σε πρέπει συμβιβάζονται,
είναι γνωστό το αντίτιμο
του Νόμου της ζωής.
Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014
Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014
Δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς
Πώς ανοίγεσαι;
Σε έναν άγγελο με κόκκινα φτερά,
διαβόλου αξιώματα
Πόσο εύκολο είναι να αφεθείς;
Στον ξένο που απρόσμενα σου προσφέρει θαλπωρή
Σε κείνον που στο βλέμμα του αντανακλάσε μόνο εσύ.
Ούτε ίχνος της δικής του ζωής, ψυχής.
Πόσο εύκολο είναι;
Πόσο σωστό είναι;
Δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς.
Κι αν το κάνεις;
Πώς; πώς κάνεις πίσω
όταν τα φτερά μαυρίσουν
και ανοίξουν πιο μεγάλα και σε τυλίξουν,
σε πνίξουν.
Πώς κάνεις πίσω;
Πώς θα σώσεις τον εαυτό σου;
Δεν παίρνεις τη ζωή στα χέρια σου
όταν αποφασίζεις για το τέλος της.
Μάθε να πολεμάς, να ζεις.
Εσύ και μόνο εσύ μπορείς να κλείσεις τις πληγές σου.
Οι άλλοι μόνο προσωρινά θα τις καλύψουν
φυσώντας αστερόσκονη στα μάτια, τη λήθη.
Πριν άλλες, βαθύτερες σου ανοίξουν στο σώμα.
Εσύ και μόνο εσύ, πλήρως θα τις μπαλώσεις.
Κανενός άλλου δεν είναι αληθινή η προσφορά
Εμπιστοσύνη μη δείξεις πουθενά.
Σε έναν άγγελο με κόκκινα φτερά,
διαβόλου αξιώματα
Πόσο εύκολο είναι να αφεθείς;
Στον ξένο που απρόσμενα σου προσφέρει θαλπωρή
Σε κείνον που στο βλέμμα του αντανακλάσε μόνο εσύ.
Ούτε ίχνος της δικής του ζωής, ψυχής.
Πόσο εύκολο είναι;
Πόσο σωστό είναι;
Δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς.
Κι αν το κάνεις;
Πώς; πώς κάνεις πίσω
όταν τα φτερά μαυρίσουν
και ανοίξουν πιο μεγάλα και σε τυλίξουν,
σε πνίξουν.
Πώς κάνεις πίσω;
Πώς θα σώσεις τον εαυτό σου;
Δεν παίρνεις τη ζωή στα χέρια σου
όταν αποφασίζεις για το τέλος της.
Μάθε να πολεμάς, να ζεις.
Εσύ και μόνο εσύ μπορείς να κλείσεις τις πληγές σου.
Οι άλλοι μόνο προσωρινά θα τις καλύψουν
φυσώντας αστερόσκονη στα μάτια, τη λήθη.
Πριν άλλες, βαθύτερες σου ανοίξουν στο σώμα.
Εσύ και μόνο εσύ, πλήρως θα τις μπαλώσεις.
Κανενός άλλου δεν είναι αληθινή η προσφορά
Εμπιστοσύνη μη δείξεις πουθενά.
Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014
η ζωή...
Γραμμένη σε βιβλίο η ζωή
Κάθε άνθρωπος και στιγμή
νέο κεφάλαιο
Το μελάνι ανεξίτηλο, οι σελίδες άτρωτες
σε μανιασμένα ξεσπάσματα,
που ζητούν να τις κάψουν ή να τις σκίσουν
Εκλιπαρώντας έτσι πονεμένες μνήμες να σβήσουν.
Αποτυπωμένη σε δέντρο η ζωή
Κάθε άνθρωπος και στιγμή
ένας ακόμη κύκλος στα βάθη του κορμού του,
ένα ακόμη κλαδί να απλώνεται ψηλά, τα όνειρά του.
Διαλύονται εκείνα, σπάνε τα κλαδιά
Επιθυμεί η ψυχή να μπολιάσει αλλού από την αρχή
και ρίχνει με ορμή τσεκούρι κοφτερό
στις πληγές της.
Φάρμακο φωτιάς το ατσάλι, που καυτηριάζει
φανερώνοντας όμως έτσι τους κύκλους,
χαραγμένους για πάντα στην καρδιά
και στο νου...
Γιατί παρότι θέλησα να φύγω,
να σβήσω καθετί,
η μνήμη και το σώμα μου έτρεξαν ξωπίσω μου
ουρλιάζοντας, δε μπορείς!!
Τετάρτη 29 Μαΐου 2013
Τάση φυγής
Θέλω να φύγω...
να φύγω μακριά απ όλους και απ όλα
απ όσους με ξέρουν καλά
αλλά και από κείνους που με κρίνουν χωρίς να με γνωρίζουν ούτε στο ελάχιστο.
να φύγω μακριά από εκείνους που ενδιαφέρονται (ψεύτικα ή αληθινά)...
να φύγω μακριά από εκείνους που ενδιαφέρονται (ψεύτικα ή αληθινά)...
Θέλω να βγω μια μεγάλη βόλτα
με κάποιον που θα με κάνει να χαμογελώ,
να μη χρειαστώ υλικές ζαχαρένιες δημιουργίες
Θέλω να βγω μια μεγάλη βόλτα
με κάποιον που θα με κάνει να ξεχαστώ
να μη χρειαστώ αλκοόλ για να σταματήσω να σκέφτομαι
Κάποιον που δεν θα ρωτήσει "τι συμβαίνει"
δεν θα τον νοιάζει να μάθει,
αλλά ακόμη κι αν τον νοιάζει, δεν θα το δείξει.
Να 'χω την ανάσα του, τις λέξεις του, τη φωνή του, νέα πνοή δροσιάς και αναζωογόνησης
να με βοηθήσει να τραβήξω στην επιφάνεια του πηγαδιού της ψυχής μου τη χαρά και την ελπίδα
που γεγονότα και άνθρωποι γύρω μου θάβουν τελευταία όλο και πιο πολύ μέσα μου.
Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012
ζεις;
Κλείνεις την πόρτα, σκοτάδι. Ούτε ένα φως μη σκίσει το προστατευτικό σου κάλυμμα Νύχτα και χάνεσαι, ψάχνεσαι επί ματαίω. Η μόνη ένδειξη ζωής δύο κούπες νερό. Η μια πάγος, η άλλη λάβα.
Τις λούζεσαι; Αισθάνεσαι. Πόνο, μαχαίρια. Πόνο, κάψιμο. Αισθάνεσαι, άρα ζεις. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.
Λοιπόν; αποφάσισε. Μην ψάχνεσαι. Άσε τις μικρές αμέτρητες φωνές στο κεφάλι σου να κυριαρχήσουν. Να μονομαχήσουν χωρίς να φαίνεται το αίμα που θα βάφει το δικό σου πρόσωπο και σώμα. Παλεύουν για σένα και μόνο εσύ πληγώνεσαι.
Μην ανησυχείς, κανείς δε βλέπει. Κανείς δεν θα δει. Δεν έχει μάτια ο κόσμος για τις μάχες της ψυχής. Που χαρακώνουν αργά μα βαθιά, που οδηγούν στον όλεθρο. Δεν έχει αυτιά ο κόσμος, γιατί συνήθως αδιαφορεί κι ας τρώνε τα αρπακτικά το ίδιο του το σώμα.
ΝΑΙ!
Νερό.
Κρύο, παγωμένο και το κεφάλι σου πονά.
Ζεστό, καυτό και τρυπάει το δέρμα.
Ααααααααααααααα
ΟΥΡΛΙΑΖΕΙΣ!
Δεν έχασες τη μιλιά σου όπως ο κόσμος. Ουρλιάζεις και τρομάζουν οι φωνές στο κεφάλι σου. Κρύβονται σαν κυνηγημένοι στα λαγούμια τους, όλοι οι εαυτοί σου. Εκείνοι που αντιστέκονται στη μίζερη ζωή που διάλεξες. Τώρα ουρλιάζεις. Σ' ακούω.
Αντιστέκεσαι πια δίχως τη βοήθειά τους. Μπράβο. Συνέχισε. Μην τους αφήσεις να σε ελέγξουν. Μπορείς μόνος σου να ελευθερωθείς. Νιώσε. Είναι η πρώτη απόδειξη. Παραδέξου ότι φταις για όλα όσα σου προσάπτει ο κόσμος και κανε κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα.
Μα αυτή τη φορά οδήγα εσύ. Αφέσου. Άλλωστε δεν ακούν, δε βλέπουν, δε μιλούν.
Θανάτου ευχή; όχι, ζωής ελπίδα.
Τις λούζεσαι; Αισθάνεσαι. Πόνο, μαχαίρια. Πόνο, κάψιμο. Αισθάνεσαι, άρα ζεις. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.
Λοιπόν; αποφάσισε. Μην ψάχνεσαι. Άσε τις μικρές αμέτρητες φωνές στο κεφάλι σου να κυριαρχήσουν. Να μονομαχήσουν χωρίς να φαίνεται το αίμα που θα βάφει το δικό σου πρόσωπο και σώμα. Παλεύουν για σένα και μόνο εσύ πληγώνεσαι.
Μην ανησυχείς, κανείς δε βλέπει. Κανείς δεν θα δει. Δεν έχει μάτια ο κόσμος για τις μάχες της ψυχής. Που χαρακώνουν αργά μα βαθιά, που οδηγούν στον όλεθρο. Δεν έχει αυτιά ο κόσμος, γιατί συνήθως αδιαφορεί κι ας τρώνε τα αρπακτικά το ίδιο του το σώμα.
ΝΑΙ!
Νερό.
Κρύο, παγωμένο και το κεφάλι σου πονά.
Ζεστό, καυτό και τρυπάει το δέρμα.
Ααααααααααααααα
ΟΥΡΛΙΑΖΕΙΣ!
Δεν έχασες τη μιλιά σου όπως ο κόσμος. Ουρλιάζεις και τρομάζουν οι φωνές στο κεφάλι σου. Κρύβονται σαν κυνηγημένοι στα λαγούμια τους, όλοι οι εαυτοί σου. Εκείνοι που αντιστέκονται στη μίζερη ζωή που διάλεξες. Τώρα ουρλιάζεις. Σ' ακούω.
Αντιστέκεσαι πια δίχως τη βοήθειά τους. Μπράβο. Συνέχισε. Μην τους αφήσεις να σε ελέγξουν. Μπορείς μόνος σου να ελευθερωθείς. Νιώσε. Είναι η πρώτη απόδειξη. Παραδέξου ότι φταις για όλα όσα σου προσάπτει ο κόσμος και κανε κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα.
Μα αυτή τη φορά οδήγα εσύ. Αφέσου. Άλλωστε δεν ακούν, δε βλέπουν, δε μιλούν.
Θανάτου ευχή; όχι, ζωής ελπίδα.
Παρασκευή 27 Ιουλίου 2012
βραδινή βουτιά
Έβγαλα το στυλό που συγκρατούσε ψηλά τα μαλλιά μου και κείνα μη χάνοντας ευκαιρία πέσανε ζεστά κύματα πάνω στους ώμους μου που είχε παγώσει η βραδινή ατμόσφαιρα. Παραμέρισα με τα δάχτυλά μου όσες τούφες κάλυπταν τα μάτια μου και αντίκρισα ξανά μπροστά μου τη θάλασσα. Το γαλάζιο καταφύγιο της ψυχής μου που είχε πια σκουρύνει αντιγράφοντας τον ουράνιο θόλο από πάνω του.
Το αεράκι που δεν σταμάτησε διόλου όλη μέρα, ακόμη τη χάιδευε κι εκείνη ανατρίχιαζε κάθε τόσο, ταραζόταν, άφριζε και ξεσπούσε την ηδονή της στα βράχια. Εκείνα την καλωσόριζαν για δευτερόλεπτα, αντάλλασσαν φιλί και αγκαλιά στα κλεφτά και ύστερα την έδιωχναν.
Πόσο τα ζήλευα τα βράχια!
Πόσο ήθελα να φιλήσω κι εγώ τη θάλασσα και να χωθώ στην αγκαλιά της! Έβγαλα τα πέδιλά μου και άρχισα να ακροβατώ στους βράχους μέχρι να τη φτάσω. Ένιωθα τα πέλματά μου να πονούν κάτω απ' την τραχιά επιφάνεια αλλά λίγο με απασχολούσε. Ο παφλασμός γινόταν όλο και πιο δυνατός και η καρδιά μου χοροπηδούσε στο στήθος μου.
Φτάνοντας βούτηξα ανυπόμονα τα πόδια μου στο κρύο νερό και η θερμοκρασία του δρόσισε όλο μου το σώμα. Κι έτσι έμεινα. Να το κοιτάω να έρχεται, να φεύγει, να φιλάει τα γυμνά μου πόδια, να σκαρφαλώνει πιο ψηλά, να βρέχει το φόρεμά μου, οι πετρούλες που το συντρόφευαν να φωλιάζουν στα δάχτυλά μου.
"Πάω στοίχημα ότι δεν τολμάς να μπεις ολόκληρη!" είπε μια φίλη μου.
Δεν την κοίταξα, μόνο αναστέναξα και χαμογέλασα πριν απλώσω τα χέρια μου ψηλά και βγάλω το μισοβρεγμένο φουστάνι.
Κι έτσι με τα εσώρουχα έπεσα στην αγκαλιά της θάλασσας. Για το κρύο αδιαφόρησα. Μια αναπνοή έφτανε και γω είχα κάνει επιτέλους για μια φορά αυτό που πραγματικά ήθελα.
υγ. Η φωτογραφία τραβηγμένη από το σημείο της βουτιάς...
Το αεράκι που δεν σταμάτησε διόλου όλη μέρα, ακόμη τη χάιδευε κι εκείνη ανατρίχιαζε κάθε τόσο, ταραζόταν, άφριζε και ξεσπούσε την ηδονή της στα βράχια. Εκείνα την καλωσόριζαν για δευτερόλεπτα, αντάλλασσαν φιλί και αγκαλιά στα κλεφτά και ύστερα την έδιωχναν.
Πόσο τα ζήλευα τα βράχια!
Πόσο ήθελα να φιλήσω κι εγώ τη θάλασσα και να χωθώ στην αγκαλιά της! Έβγαλα τα πέδιλά μου και άρχισα να ακροβατώ στους βράχους μέχρι να τη φτάσω. Ένιωθα τα πέλματά μου να πονούν κάτω απ' την τραχιά επιφάνεια αλλά λίγο με απασχολούσε. Ο παφλασμός γινόταν όλο και πιο δυνατός και η καρδιά μου χοροπηδούσε στο στήθος μου.
Φτάνοντας βούτηξα ανυπόμονα τα πόδια μου στο κρύο νερό και η θερμοκρασία του δρόσισε όλο μου το σώμα. Κι έτσι έμεινα. Να το κοιτάω να έρχεται, να φεύγει, να φιλάει τα γυμνά μου πόδια, να σκαρφαλώνει πιο ψηλά, να βρέχει το φόρεμά μου, οι πετρούλες που το συντρόφευαν να φωλιάζουν στα δάχτυλά μου.
"Πάω στοίχημα ότι δεν τολμάς να μπεις ολόκληρη!" είπε μια φίλη μου.
Δεν την κοίταξα, μόνο αναστέναξα και χαμογέλασα πριν απλώσω τα χέρια μου ψηλά και βγάλω το μισοβρεγμένο φουστάνι.
Κι έτσι με τα εσώρουχα έπεσα στην αγκαλιά της θάλασσας. Για το κρύο αδιαφόρησα. Μια αναπνοή έφτανε και γω είχα κάνει επιτέλους για μια φορά αυτό που πραγματικά ήθελα.
υγ. Η φωτογραφία τραβηγμένη από το σημείο της βουτιάς...
Σημεία
Ξέσπασμα σκέψεων και στιγμών,
Ταξίδια
Τετάρτη 16 Μαΐου 2012
Μου-τζούρες
Μουτζούρα
Και η μυρωδιά του μελανιού φτάνει στη μύτη μου
Παίρνω μια γερή ρουφηξιά
το σηκώνω στο ύψος του προσώπου μου
εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή...
μέχρι εκεί που χωράνε τα πνευμόνια μου
και η εκπνοή σφύριγμα αέρα
σώμα σε ελεύθερη πτώση η φωνή μου
σιγά σιγά χάνεται στο κενό
Έχω καιρό να γράψω και τίποτα δε βγαίνει σωστό
χρειάζομαι όμως εκείνη τη μυρωδιά
Μελάνι εναντίον λευκού χαρτιού
Δεν έχει λέξεις να βγάλει το μυαλό
Μόνο μουτζούρες
ανεξέλεγκτες γραμμές που διψούν να καταπατήσουν
τη ματιά, το μυαλό
Έδαφος πρόσφορο για αποτυπώματα
πλεγμένες ψευδαισθήσεις εθισμένων
ψευδαισθήσεις μου.
εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή...
Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012
αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή...
κλαίω
σκοτεινό δωμάτιο
μία φωτεινή πηγή
και ξεχύνονται στην ησυχία
κραυγές
κρότοι
φωτιές
σαν κισσός απλώνονται,
με τυλίγουν και γω κλαίω,
ακίνητη
Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή θα ούρλιαζαν ΝΤΟΠΗ ΣΑΣ!
οι φλέβες στους κροτάφους
χτυπούν με μανία
πονάω,
πονάω σε εικόνες παιδιών που ρωτούν
γιατί;
τα βλέπω,
τα ακούω,
στις πέτρες που ολόγυρα πετούν
στον καπνό που τυφλώνει τους αμάχους.
Λυπάμαι εκείνους
που μάταια βγήκαν να διαμαρτυρηθούν
και έγιναν πύλη ανοιχτή
εκείνων, που στους προδότες της χώρας μου μοιάζουν,
εκείνων, που χειροτερεύουν την κατάσταση,
τραβώντας τα απομεινάρια της δημοκρατίας στον βούρκο...
για να φοβάται ο λαός να σκεφτεί,
να δράσει
Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή θα ούρλιαζαν ΔΕΙΛΟΙ, ΨΕΥΤΟΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ, ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΙ, ΠΡΟΔΟΤΕΣ!
κλαίω,
κλείνω την πόρτα στον όλεθρο
η πατρίδα μου χάθηκε
αμαυρώνεται η μνήμη της
Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή
θα σας συντάρασσε καθώς θα ούρλιαζαν πόσο ΣΑΣ ΜΙΣΩ!!!!!!!!!!
σκοτεινό δωμάτιο
μία φωτεινή πηγή
και ξεχύνονται στην ησυχία
κραυγές
κρότοι
φωτιές
σαν κισσός απλώνονται,
με τυλίγουν και γω κλαίω,
ακίνητη
Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή θα ούρλιαζαν ΝΤΟΠΗ ΣΑΣ!
οι φλέβες στους κροτάφους
χτυπούν με μανία
πονάω,
πονάω σε εικόνες παιδιών που ρωτούν
γιατί;
τα βλέπω,
τα ακούω,
στις πέτρες που ολόγυρα πετούν
στον καπνό που τυφλώνει τους αμάχους.
Λυπάμαι εκείνους
που μάταια βγήκαν να διαμαρτυρηθούν
και έγιναν πύλη ανοιχτή
εκείνων, που στους προδότες της χώρας μου μοιάζουν,
εκείνων, που χειροτερεύουν την κατάσταση,
τραβώντας τα απομεινάρια της δημοκρατίας στον βούρκο...
για να φοβάται ο λαός να σκεφτεί,
να δράσει
Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή θα ούρλιαζαν ΔΕΙΛΟΙ, ΨΕΥΤΟΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ, ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΙ, ΠΡΟΔΟΤΕΣ!
κλαίω,
κλείνω την πόρτα στον όλεθρο
η πατρίδα μου χάθηκε
αμαυρώνεται η μνήμη της
Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή
θα σας συντάρασσε καθώς θα ούρλιαζαν πόσο ΣΑΣ ΜΙΣΩ!!!!!!!!!!
Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012
Δύναμη/Λαγνεία Γλώσσας
Ψίθυροι και λέξεις,
ιστορίες στον αέρα να πετούν
απρόσκοπτα
Απαγορευμένα, ηδονικά
Να ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα
κι όμως αναλλοίωτα
Να τρελαίνουν,
να παγιδεύουν,
να προκαλούν
Να εισχωρούν στο μυαλό
και αυτοβούλως να πράττουν
Λέξεις, ιστορίες,
εντέλει μορφές παρανοϊκές
φωτιάς σμιλεύματα
που απαιτούν καταρράχτη αισθήσεων,
όλεθρο ψυχής
και εκδίκησης αίμα.
Για όσα ντροπιασμένη κατέπνιξε,
για ότι τρομοβίως δεν έπραξε,
για όλους εκείνους που ανώφελα υπάκουσε
και την καρδιά που ποτέ δεν όρισε οδηγητή.
Έχασε και χάθηκε...
τη στιγμή που οι λέξεις θέριευαν και ξέσπασαν μια βραδιά
απλώθηκαν σαν αρρώστια
πάνω σε κάθε ανυποψίαστο
σε κάθε ανδρείκελο της λογικής.
Ωσάν ηλεκτροσόκ
έθεσαν την καρδιά σε ιλιγγιώδη λειτουργία
Να χτυπά με νέο ρυθμό
ντουκ Νιώσε...
ντουκ Πράξε...
ντουκ Νιώσε...
ντουκ Πράξε...
ντουκ Νιώσε...
ντουκ Πράξε...
ντουκ Νιώσε...
ντουκ Γράψε...!
Quills
και μια αξέχαστη ποιητική βραδιά
Κυριακή 11 Δεκεμβρίου 2011
Πεταλούδα των νεκρών φύλλων
Καμουφλάζ απ' τη ζωή
σε φθινόπωρο που ένοικο αιώνιο
έχουμε βάλει στην ψυχή.
Να μην ξεχωρίσω
Να μην αλλάξω και χάσω τη χρυσαφένια κουβέρτα της καρδιάς μου
Μην αλλάξω και χάσω τον εαυτό μου.
Πόσο κρατάει;
λίγες ώρες που πετώ σε αγκαλιά κυμάτων
λουλουδιών, μια μέρα
που στέκομαι σκυφτή στο έδαφος
ψάχνοντας κάποιον να μου μοιάζει.Κανείς.
Μόνο νεκρά φύλλα
προμηνύουν το μέλλον των πολύτιμων φτερών μου
καθώς κι εκείνα στο τέλος θα πέσουν,
θα μαραθούν
Μοιράζοντας στην πλάση τη λίγη χρυσόσκονη,
γύρη, που μου χάρισαν
του ταξιδιού μου τα πλεούμενα
Σημεία
Ξέσπασμα σκέψεων και στιγμών
Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011
free fall
Ασταμάτητη ελεύθερη πτώση
που επιταχύνει
και επιταχύνει...
και έρχεται το σώμα
αντιμέτωπο με την αντίσταση του αέρα
και λιώνει σιγά σιγά
εξαϋλώνεται στους αιθέρες
και ταξιδεύει...
χωρίς την ψυχή
εκείνη μένει με τα μάτια κολλημένη
αναγκασμένη αιωνίως
να ψάχνει ανέπλιστα ένα δίχτυ ασφαλείας...
να κοιτάζει στο τέλος που θα ρθει...
Σημεία
Ξέσπασμα σκέψεων και στιγμών
Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2011
γράμμα στον τοίχο
Μισογραμμένο,
μισοσβησμένο,
ξεχασμένο σε χρόνια παλιά
Αχνό σημάδι
μίας ιδέας
ίσως, ενός ονόματος
ίσως, μίας αρχής
ίσως, ενός τέλους απρόσμενου
ίσως....
Που έμεινε μισογραμμένο, μισοσβησμένο
χωρίς νόημα πια
σε έναν τοίχο.
Κράτος, ιδέα, εξουσία
που δίχαζε και διχάζει ανθρώπους.
Καρδιάς όνομα, αγαπημένου
προσπάθεια να μείνει κρατημένο στη μνήμη.
Καινό, νέο ή
θεμέλιο ολόκληρη ιστορία να στηρίζει.
Καταστροφή, πέρας ολέθριο,
κοινωνίας, ατόμου...
Και γω καθηλωμένη
στο Κ να μαντεύω
τι κρύβει.
μισοσβησμένο,
ξεχασμένο σε χρόνια παλιά
Αχνό σημάδι
μίας ιδέας
ίσως, ενός ονόματος
ίσως, μίας αρχής
ίσως, ενός τέλους απρόσμενου
ίσως....
Που έμεινε μισογραμμένο, μισοσβησμένο
χωρίς νόημα πια
σε έναν τοίχο.
που δίχαζε και διχάζει ανθρώπους.
Καρδιάς όνομα, αγαπημένου
προσπάθεια να μείνει κρατημένο στη μνήμη.
Καινό, νέο ή
θεμέλιο ολόκληρη ιστορία να στηρίζει.
Καταστροφή, πέρας ολέθριο,
κοινωνίας, ατόμου...
Και γω καθηλωμένη
στο Κ να μαντεύω
τι κρύβει.
Σημεία
Ξέσπασμα σκέψεων και στιγμών
Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2011
Βασκανία
Μια βασκανία,
που έγινε πονοκέφαλος φρικτός,
και κόμπος στο λαιμό.
Μια ιστορία,
που δε γράφτηκε,
δεν ειπώθηκε,
και ουρλιάζει να βγει απο μέσα μου,
βάζοντας φωτιά
σε θώρακα και οισοφάγο.
Και ξεπηδάει σαν σαύρα
μέσα απο τις φλόγες,
έρπεται
και με τα νύχια του χαράζει λέξεις
στο δρόμο του προς την επιφάνεια,
το στόμα μου,
ή το μυαλό μου.
Που μένει ξάγρυπνο
για να το πολεμήσει.
Να το νικήσει,
να το καταπιεί και να κοιμηθεί,
ή να γράψει και ηττημένο,
καμένο,
στο σκοτάδι της νύχτας
να παρηγορηθεί,
εκείνη δεν θα το κρίνει...
Μακάρι να ήταν πάντα εύκολο.
Μακάρι να έβγαιναν πάντα οι λέξεις
όπως ο καπνός ενός τσιγάρου...
Μα όχι,
γραπώνονται από μέσα μου
πριν βγουν και με πονάνε.
Αλλάζουν σημασίες,
παίζουν με το μυαλό μου
και καίνε τα χέρια μου
που τις σβήνουν και τις ξαναγράφουν.
Καίνε,
αποτυπώνονται στο χαρτί
σαν μαύρα σημάδια,
αποδείξεις της πυρκαγιάς
που έχω μέσα μου.
Καίνε...
Ανάβω τσιγάρο τα μάτια
καθώς τελειώσω,
γύρω μου φυσάει,
και ο καπνός χάνεται
και ταξιδεύει μακριά μου,
παίρνοντας μαζί του την ιστορία
που τώρα απλά διαβάζω.
που έγινε πονοκέφαλος φρικτός,
και κόμπος στο λαιμό.
Μια ιστορία,
που δε γράφτηκε,
δεν ειπώθηκε,
και ουρλιάζει να βγει απο μέσα μου,
βάζοντας φωτιά
σε θώρακα και οισοφάγο.
Και ξεπηδάει σαν σαύρα
μέσα απο τις φλόγες,
έρπεται
και με τα νύχια του χαράζει λέξεις
στο δρόμο του προς την επιφάνεια,
το στόμα μου,
ή το μυαλό μου.
Που μένει ξάγρυπνο
για να το πολεμήσει.
Να το νικήσει,
να το καταπιεί και να κοιμηθεί,
ή να γράψει και ηττημένο,
καμένο,
στο σκοτάδι της νύχτας
να παρηγορηθεί,
εκείνη δεν θα το κρίνει...
Μακάρι να ήταν πάντα εύκολο.
Μακάρι να έβγαιναν πάντα οι λέξεις
όπως ο καπνός ενός τσιγάρου...
Μα όχι,
γραπώνονται από μέσα μου
πριν βγουν και με πονάνε.
Αλλάζουν σημασίες,
παίζουν με το μυαλό μου
και καίνε τα χέρια μου
που τις σβήνουν και τις ξαναγράφουν.
Καίνε,
αποτυπώνονται στο χαρτί
σαν μαύρα σημάδια,
αποδείξεις της πυρκαγιάς
που έχω μέσα μου.
Καίνε...
Ανάβω τσιγάρο τα μάτια
καθώς τελειώσω,
γύρω μου φυσάει,
και ο καπνός χάνεται
και ταξιδεύει μακριά μου,
παίρνοντας μαζί του την ιστορία
που τώρα απλά διαβάζω.
Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011
για πόσο;
Πλημμυρισμένη από ποίηση,
μιας αγάπης καταδικασμένης.
Ανολοκλήρωτης, μοναδικής για μια ζωή.
Χαμένης στα εμπόδια.
Να κάθομαι μόνη
να τον κοιτώ να φεύγει
να την κοιτώ να φεύγει
και όμως
μαζί να μένουν μια ζωή
στις αναμνήσεις τις κοινές
στης καρδιάς τα φύλλα
που σπαρταρούν
στα φιλιά και στα χάδια
που δόθηκαν
και σε όσα δεν πρόλαβαν να δοθούν...
Να παλεύω κι εγώ ν' αναπνεύσω
από κλοιό ασφυκτικής απώλειας.
Να χάνω τον ουρανό
και να κόβονται τα φτερά που μου έδωσες.
Να χάνω τη γη
και να βούλιαζω σε μαύρο κενό.
Να γεμίζω ωκεανό
απ' την αλμύρα των ματιών μου
Και εκεί που νομίζω ότι τα δάκρυα στερεύουν,
τα πάντα θυμίζουν εσένα
και συνεχίζεται η μπόρα στην ψυχή μου.
για πόσο
πονάει
μια καρδιά;
~
Σάββατο 16 Ιουλίου 2011
The forgotten world for the abandoned
Ιδέες και εμπνεύσεις,
ατελείωτες, παρατημενες, μισές,
κρεμασμένες στην άκρη του μυαλού,
ξεχασμένες.
Να βασανίζονται σε κλειδωμένα κατάστιχα
που ποτέ δεν ανοίγουν,
ποτέ δεν γράφονται,
ποτέ δεν ολοκληρώνονται.
Να μαραίνονται και να θολώνουν καθώς ολοένα ξεχνιούνται.
Τις πιάνω απο το χέρι,
αν και αργά το ξέρω,
δεν με θυμούνται...
Αλλά γραπώνονται πάνω μου
για να βγουν στην επιφάνεια,
να κατασπαράξουν το μυαλό,
την έμπνευση,
τους νευρώνες
που κινούν το χέρι μου και γράφει.
Και έρχονται,
με περικυκλώνουν κοιτώντας με βαθιά στα μάτια,
προσπαθώντας να βρουν την πηγή που τις γέννησε,
διέξοδο στη μάταιη αρχή τους
και την ατέρμονη προσμονή της ολοκλήρωσης.
Ποιος θα με σώσει από τα σάπια σώματά τους;
εκείνα που δεν έθρεψα και πριν γεννηθούν έθαψα;
τα μάτια τους δρόμοι για τη μήτρα της δημιουργίας,
το κλάμα τους λεπίδι άμβλωσης που τα ξεσκίζει από τα σωθικά μου
Πώς θα σωθώ;
Από εκείνο το φως στην άκρη της σπηλιάς,
από εκείνον τον ήλιο,
το τέλος που η ίδια θα βάλω σε αυτές που εγκατέλειψα.
re-cycle
Τετάρτη 25 Μαΐου 2011
Ήταν ένα όνειρο....
Με κατέκλυσε ένα αίσθημα φόβου, δέους και ενθουσιασμού μαζί.
Χωρίς να τρέχω οι ανάσες μου έγιναν πιο γρήγορες και κοφτές,
είχα λαχανιασει και το οξυγόνο που ανέδυαν τα δέντρα θέλησε να κυριαρχήσει στα πνευμόνια μου.
Αυτό το μέρος για κάποιους θα φαινόταν απρόσιτο, αφιλόξενο,
τα κτίρια του άψυχα και κενά,
στα μάτια μου όμως φάνταζε ολοζώντανο,
με τοίχους νοτισμένους ιστορία, θέληση, θάρρος και δύναμη
που ανυπομονούσα να λάβω.
Χωρίς να τρέχω οι ανάσες μου έγιναν πιο γρήγορες και κοφτές,
είχα λαχανιασει και το οξυγόνο που ανέδυαν τα δέντρα θέλησε να κυριαρχήσει στα πνευμόνια μου.
Αυτό το μέρος για κάποιους θα φαινόταν απρόσιτο, αφιλόξενο,
τα κτίρια του άψυχα και κενά,
στα μάτια μου όμως φάνταζε ολοζώντανο,
με τοίχους νοτισμένους ιστορία, θέληση, θάρρος και δύναμη
που ανυπομονούσα να λάβω.
Σημεία
Ξέσπασμα σκέψεων και στιγμών
Τρίτη 8 Μαρτίου 2011
Φυλακισμένη
Τρίτη 08-03-2011
ώρα 00:37-01:29 π.μ.
Τίποτα, κάτι πρέπει να γίνει να αλλάξει. Πρέπει να φύγω. Το προσπαθώ αλλά το μυαλό μου είναι κολλημένο εδώ, σε αυτά που θέλω να γράψω, σε αυτά που θα μπορούσα να γράψω, σε αυτά που βασανίζουν τη σκέψη μου γιατί δεν θα μπορέσω ποτέ να τα αποτυπώσω σωστά στο χαρτί.Και ύστερα εκείνος. Δίνει πνοή και έμπνευση σε κάθε μου μέρα. Αλλά πρέπει να αντισταθώ για λίγο.
Μόλις τελείωσα ένα βιβλίο. Είχα καιρό να κάτσω να διαβάσω έτσι. Μονορούφι διάβασα τις κοντά 300 σελίδες του και έμειναν χαραγμένες στο μυαλό μου. Δεν μου έδειξε κάτι που δεν ήξερα, απλά μου το επιβεβαίωσε.
Σε κάθε τέχνη το να απομακρύνεσαι από το αντικείμενο σου είναι βάσανο, είναι λάθος.
Δεν μπορώ να κάνω όμως αλλιώς. Δεν ξέρω καν αν αυτό που εκφράζω και έχω μέσα μου αντιστοιχεί σε ένα είδος τέχνης, αλλά πρέπει να το αφήσω για λίγο. Πρέπει να συγκεντρωθώ σε αυτό που μου επιβάλει η πικρή καθημερινότητα και η μικρή μου ηλικία.
Φυσική, μαθηματικά, χημεία, βιολογία... Όλα μπερδεμένα στο μυαλό μου και γω να προσπαθώ. Και η έκθεση. Το μικρό μου αδιέξοδο που γίνεται φυλακή σε κατευθυνόμενα θέματα, τυποποιημένες σκέψεις και βαθμούς που μετράνε το περιεχόμενο, τη δομή και την έκφραση μου. Και ύστερα το ανοιχτό παράθυρο αυτής της φυλακής, μια πρόταση του δοσμένου κειμένου/άρθρου/δοκιμίου και μια παράγραφος 10-15 σειρές, να την αναπτύξω. Αυτές οι λίγες σειρές μου δίνουν παράλληλα με τους πεζούς βαθμούς και την πολυπόθητη ευκαιρία να γράψω.
Νιώθω σαν να μην ανήκω εδώ. Όχι από αλαζονεία ή εγωισμό, παρακαλώ μην με παρεξηγήσετε, απλά έρχονται στιγμές σαν αυτή της γραφής, της έκφρασης, που φαντάζει οξύμωρη η ζωή που ζω με την ψυχή μου. Είναι επίσης στιγμές, ώρες 11 ή 12 το βράδυ που θέλω απλά λίγο να βγω έξω, να περπατήσω, να νιώσω τον αέρα να φυσά στο πρόσωπο μου, να νιώσω το αίμα να κυλά γρήγορο στο σώμα μου σε κάθε βήμα. Έρχονται στιγμές που θέλω να περνώ ώρες ατέλειωτες στην αγκαλιά του χωμένη, χωρίς να με νοιάζει τίποτε και κανένας άλλος.
Έρχονται όλες ετούτες οι στιγμές, και με κάνουν να νιώθω "φυλακισμένη ψυχή" όπως κάποτε με αποκαλούσα, φυλακισμένη σε ένα σώμα σε λάθος ηλικία, με ευθύνες που δεν της επιτρέπουν να ελευθερωθεί στις στιγμές της...
ΥΓ. Τα σχόλια εδώ θα μείνουν κλειστά, στείλτε μου ό,τι σκεφτείται στο maraki_lal@hotmail.com και θα σας απαντήσω, ίσως να να και η τελευταία μου απάντηση μέχρι να ρθει το καλοκαίρι.
Σημεία
Ξέσπασμα σκέψεων και στιγμών
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)














