Δευτέρα, 28 Μαΐου 2018

{ Πωλητής 3579 }

"Αποστήθισέ το.
Αυτή είναι η ταυτότητά σου εδώ.
Θα το γράφεις σε κάθε κουτί πριν το στείλεις στο ταμείο"

Η κοπέλα μου έτεινε ένα κομμάτι χαρτί και με άφησε μόνη στον όροφο. Κοιτώντας το, και επαναλαμβάνοντας τον αριθμό που αναγραφόταν ξανά και ξανά στο μυαλό μου ένιωσα ξαφνικά σαν πρωταγωνιστής του Πιραντέλλο ή του Ντοστογιέφσκι.
Ένας αριθμός.
Ο τρισχιλιοστός πεντακοσιοστός εβδομηκοστός ένατος αριθμός.
Αυτό ήμουν.

"Πολιτική της εταιρείας για να παρακολουθεί τις πωλήσεις μας", μου εξήγησε μια κοπέλα που ήρθε και στάθηκε μετά από λίγο δίπλα μου. Γύρισα και την κοίταξα. Όμορφη, ψιλή, αδύνατη με μαύρα μακριά σγουρά μαλλιά. Πριν προλάβω να ρωτήσω το όνομά της πέρασε σχεδόν τρέχοντας απ' το πλάι μου και πήγε κοντά σε ένα ζευγάρι που είχε μόλις ανέβει στον όροφο.

"Πώς μπορώ να σας εξυπηρετήσω;" την άκουσα να λέει χαμογελώντας.
"Αθλητικά ψάχνω, σε σκούρο χρώμα κατά προτίμηση."
"Τι νούμερο;"
"39"
"Λοιπόν... έχω να σας προτείνω αυτά εδώ για αρχή. Είναι πολύ αναπαυτικά και ότι πρέπει για άθληση. Ακόμη αυτά εδώ με αερόσολα είναι εξαιρετική επιλογή, απορροφά και τους κραδασμούς. Να σας βγάλω να δοκιμάσετε;"
"Ναι αμέ"

Με γρήγορες κοφτές κινήσεις το λεπτεπίλεπτο κορίτσι έβγαλε το ένα κουτί μετά το άλλο από τη στοίβα και πρόσφερε, αφού άνοιξε ελαφρώς τα κορδόνια, το δεξί παπούτσι στην κοπέλα που είχε καθίσει στον καναπέ μπροστά της.

Η κοπέλα φόρεσε το παπούτσι και σηκώθηκε μπροστά στον καθρέφτη να το δει. Ήταν ελαφρώς συνοφρυωμένη, κάτι δεν της άρεσε.

"Τι σας προβληματίζει;"
"Φαίνεται λίγο μεγάλο στο πόδι μου. Δε μ'αρέσει."
"Χμμμ.. για να δοκιμάσουμε και το άλλο."
Όσο η πελάτισσα δοκίμαζε η συνάδελφός μου είχε πάει ξανά στα παπούτσια και τραβούσε ένα ακόμη κουτί από τη στοίβα.
"Σας έφερα να δοκιμάσετε και αυτό, για μένα είναι ό,τι κομψότερο έχει βγει φέτος σαν σχέδιο. Ορίστε πάρτε το αριστερό να τα δείτε και μαζί."

Η κοπέλα το κοίταξε για λίγο και αφού το φόρεσε κι αυτό σηκώθηκε με τα δύο διαφορετικά παπούτσια και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.

"Αυτό είναι όντως πιο κομψό" είπε χαμογελώντας τώρα, "αλλά αυτό με την αερόσολα είναι πολύ πιο σταθερό. Αγάπη μου εσύ τι λες;"
Ο άντρας, που μέχρι στιγμής κοιτούσε την αντρική κολεξιόν λίγο πιο πέρα τώρα γύρισε και την κοίταξε.
"Το μπλε-μαύρο μ'αρέσει περισσότερο"
"Χμμμ... ναι είναι και βολικό... αλλά το γκρι είναι πιο κομψό δε βρίσκεις;"
"Ε πάρε το ένα για το γυμναστήριο, και για τους περιπάτους το γκρι αφού σ'αρέσει τόσο"
Η γυναίκα με αυτή την παρότρυνση χαμογέλασε λίγο παραπάνω και συνέχισε να κοιτάζεται στον καθρέφτη.
"Και γω αυτό θα σας πρότεινα" πετάχτηκε και είπε και η συνάδελφος, γυρνώντας παράλληλα στον άντρα "αν θέλετε και εσείς να δοκιμάσετε κάτι μου λέτε"
"Ναι ναι... αυτό το μποτάκι υπάρχει σε 44;"
"Για να δούμε..." με ανάλαφρα γρήγορα βήματα, η συνάδελφός μου έφτασε πλάι του και τράβηξε ένα κουτί απ τη στοίβα μπροστά του.
"Φυσικά, για να το δοκιμάσουμε"

Τώρα θέση στον καναπέ πήρε ο κύριος. Η κυρία ακόμη κοιτούσε τα παπούτσια που φορούσε στον καθρέφτη.
"Μια χαρά" είπε και το έβγαλε ένα δευτερόλεπτο αφού το είχε βάλει.
"Πολύ ωραία επιλογή, δερμάτινο, κλασικό σχέδιο, διαχρονικό. Εσείς;"
"Θα τα πάρω και τα δύο", είπε η γυναίκα και κάθισε για να τα βγάλει και να βάλει τα δικά της.
"Τέλεια, να σας προτείνω να δοκιμάσετε και τις βαμβακερές μας κάλτσες, βγαίνουν σε μαύρο και γκρι, τα 3 ζευγάρια 3 ευρώ τα 5 ζευγάρια 4 ευρώ"
"Χμμμ δε μυρίζουν έτσι;"
"Φυσικά και όχι, μιλάμε για βαμβακερές κάλτσες, το πόδι αναπνέει"
"Ωραία δώστε μου ένα σετ των 5 ζευγαριών μαύρες"
"Τέλεια, επίσης κύριε για τα μποτάκια σας που είναι δερμάτινα έχουμε βαφές και γυαλιστικά με 3 ευρώ"
"Όχι όχι ευχαριστώ, έχω"
"Όπως επιθυμείτε, κατεβαίνετε στο ταμείο και σας τα στέλνω εκεί εγώ, ευχαριστώ πολύ."
"Εμείς."

Το ζευγάρι έκανε να κατέβει τις σκάλες και γω γύρισα και κοίταξα την κοπέλα. Κρατούσε τα κουτιά στα χέρια και ήρθε προς το μέρος μου. Τα ακούμπησε σε έναν πάγκο και αφού έγραφε στο καθένα κάτι τα έστελνε μέσω μίας φυσούνας στο ταμείο στον κάτω όροφο.
"Ωπ, οι κάλτσες" είπε και έτρεξε στο κουτί δίπλα από των πάγκο των αθλητικών παπουτσιών. Αφού βρήκε το σωστό νούμερο και έγραψε και εκεί κάτι μου το πέταξε λέγοντάς μου "στείλε κι αυτό".

Έπιασα το πακετάκι με τις κάλτσες και το κοίταξα πριν το ρίξω στη φυσούνα. Η κοπέλα πάνω είχε γράψει το όνομά της για να καταγραφεί το προϊόν στις πωλήσεις της. 

Ήταν η "3532". 

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

εδώ

Ίσως Κάπου κάπου Να επιστρέφω εδώ Σε αυτό το χώρο Αυτόν το χορό Σε γνώριμα παιδικοεφηβικά βήματα Πάντοτε μετρημένα και δειλά Τα χω ανάγκη ώρες ώρες Κι ας μεγάλωσα Κι ας μην ακολουθώ όπως τότε Τον ίδιο ρυθμό Κι ας έχει φύγει η ντροπή Επιστρέφω Γιατί ο φόβος παραμένει Μη φανώ Μην εκτεθώ Μην κριθώ Εδώ είμαι ακόμη αφανής Ασήμαντη Ασφαλής Πώς όμως περιμένω να κερδίσω έτσι;

Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

Αλλαγή


Πόσο μπορεί να αλλάξει ένας άνθρωπος
λεπτό με το λεπτό
ώρα με την ώρα
μέρα με τη μέρα
χρόνο με τον χρόνο

Πόσα μπορούν να γίνουν
μέσα σε μια στιγμή
πόσο εύκολα μπορεί να διαβρωθεί
ένα πρόσωπο, ένα σώμα, ένα μυαλό, μια ψυχή



Αν με έβλεπες
Αν με διάβαζες
Δεν θα με γνώριζες πια


Μην αναρωτηθείς
Μην ψάξεις
Μη ρωτήσεις
Τι και ποιος φταίει


Αν θες να φύγεις,
φύγε

Αν πάλι θες να μείνεις
μείνε να με γνωρίσεις απ την αρχή

Ευθύνη δε φέρω για την απόφασή σου

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Ο Νόμος της ζωής

Βγήκα θαρρώντας θα χαθώ
στη μαύρη νύχτα.
Δεν υπολόγισα όμως
τους κατασκόπους του ουρανού.

Μύρια αστέρια, προβολείς,
να λούζουν φως την ενοχή μου,
και το φεγγάρι δικαστής
να φυλακίζει μια για πάντα την ψυχή μου.

Για το έγκλημά μου ουδείς θα αναρωτηθεί.
Όταν καρδιά και σώμα σε πρέπει συμβιβάζονται,
είναι γνωστό το αντίτιμο
του Νόμου της ζωής.

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ο παρατηρητής

Δωμάτιο σκοτεινό, σε φυγά να ταιριάζει.
Κι όμως ανοιχτό σε περίεργα βλέμματα.
Μια ορθάνοιχτη μπαλκονόπορτα μόλις κρυφτεί για τα καλά ο ήλιος,
μια στρογγυλή πολυθρόνα να καλύπτει το μικρό μπαλκόνι
και κείνος, κάπου κάπου χωμένος στη δερμάτινη αγκαλιά της
να ατενίζει τον κόσμο που περνά.

Δεν άντεξα ένα βράδυ και πλησίασα
Εκείνος για καλή μου τύχη έλειπε απ τη θέση του
και μπόρεσα για πρώτη φορά να φωτογραφίσω στη μνήμη μου
το σκοτεινό του καταφύγιο.

Πάνω απ τα σκουριασμένα, πυκνοβαλμένα κάγκελα
έβλεπα τις λευκές, μισόκλειστες ντουλάπες του απέναντι τοίχου.
Ρούχα κρέμονταν απ τις πόρτες τους, και μια γραβάτα επίσης,
σε χαλαρό κόμπο έτοιμη να φορεθεί.
Πλάι βρισκόταν μια πόρτα με έναν ωοειδή καθρέπτη κολλημένο πάνω της
και ύστερα... ύστερα τίποτε.
Τίποτε άλλο δε μπορούσα να διακρίνω.

Ξάφνου άκουσα βήματα να πλησιάζουν στο μπαλκόνι
Έσκυψα από κάτω και αφουγκράστηκα.
Ο άντρας έριχνε τώρα το βάρος του στα κάγκελα
που έτριξαν ελαφρά, και αναστέναξε.

"Η ζωή μας τι είναι; Να:
Λίγες ώρες που διαβαίνουν.
Μόνο η πρώτη μας γεννά
κι όλες οι άλλες μας πεθαίνουν."*

Αυτό είχε προσκομίσει άραγε μετά από τόσο καιρό παρατήρησης;
Κρίμα, σκέφτηκα, και έκανα να φύγω.

"Ας είναι", είπε τότε,
"Τα βιβλία έχουν πάντοτε περισσότερο πνεύμα από
τους ανθρώπους που συναντάμε.."*

Και καθισμένος πια στην πολυθρόνα του, διάβαζε.

*1: Αθάνας Γεώργιος, "Η ζωή μας"
*2: Κάντες ντ' Αλμπάνυ  

Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Ψάχνοντας τις λέξεις

Όταν διακαώς επιθυμείς να ζήσεις
ακόμη και άσημα συμβάντα και άνθρωποι
αποκτούν τιτάνιες διαστάσεις
στο μυαλό, στην καρδιά.

Και πλάθεις, γράφεις, δημιουργείς.
Σε αιθέριες υπάρξεις δίνεις πνοή
ή στα πιο φρικιαστικά γκροτέσκο.
Άλλοτε τον έρωτα εξυμνείς
κι άλλοτε από θλίψη και πόνο καταριέσαι.

Νομίζεις πως ξέρεις,
νομίζεις πως ζεις.

Κι όταν αληθινός έρωτας σε συνεπάρει,
όταν πρωτόγνωρη ένταση
υπνωτίσει σκέψεις και αισθήσεις.

Οι λέξεις έχουν χάσει τη γεύση και το χρώμα τους,
είναι λειψό το νόημά τους
για να αιχμαλωτίσει την πραγματικότητα.

Κι όταν έρθει αίφνης το τέλος, 
όταν άλγος κοντέψει να σκίσει την καρδιά

Οι λέξεις έχουν χάσει την ιαματική, λυτρωτική τους δύναμη
Και η φαντασία γεννά μόνο μαύρες, άμορφες μάζες.

Όταν μάθεις,
όταν ζήσεις
Θαρρείς τίποτα δεν φτάνει να περιγράψει
την αίσθηση, 
τη γνώση,
την αγάπη,
τη ζωή.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Αλκοόλ


Καίει στο στήθος το αλκοόλ.
Κυλούν βουβά τα δάκρυα απ' τα μάτια
Κλεισμένα νιάτα, 
σε μπουκάλι αδειανό.


Γουλιά γουλιά 
και θολώνει το βλέμμα.
Γουλιά γουλιά 
και αταξία στο μυαλό.


(Μ)Πλέξαν οι μοίρες επιθυμίες και θύμισες κουβάρι.
Για να μη βρω γιατρειά ούτε στον ύπνο που χάρισε η ζάλη.

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς

Πώς ανοίγεσαι;
Σε έναν άγγελο με κόκκινα φτερά,
διαβόλου αξιώματα


Πόσο εύκολο είναι να αφεθείς;
Στον ξένο που απρόσμενα σου προσφέρει θαλπωρή
Σε κείνον που στο βλέμμα του αντανακλάσε μόνο εσύ.
Ούτε ίχνος της δικής του ζωής, ψυχής.


Πόσο εύκολο είναι;
Πόσο σωστό είναι;


Δεν ξέρεις ποιον να εμπιστευτείς.

Κι αν το κάνεις;
Πώς; πώς κάνεις πίσω
όταν τα φτερά μαυρίσουν
και ανοίξουν πιο μεγάλα και σε τυλίξουν,
σε πνίξουν.




Πώς κάνεις πίσω;
Πώς θα σώσεις τον εαυτό σου;

Δεν παίρνεις τη ζωή στα χέρια σου
όταν αποφασίζεις για το τέλος της.
Μάθε να πολεμάς, να ζεις.

Εσύ και μόνο εσύ μπορείς να κλείσεις τις πληγές σου.
Οι άλλοι μόνο προσωρινά θα τις καλύψουν
φυσώντας αστερόσκονη στα μάτια, τη λήθη.
Πριν άλλες, βαθύτερες σου ανοίξουν στο σώμα.

Εσύ και μόνο εσύ, πλήρως θα τις μπαλώσεις.
Κανενός άλλου δεν είναι αληθινή η προσφορά

 
Εμπιστοσύνη μη δείξεις πουθενά.