Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2011

Βασκανία

Μια βασκανία,
που έγινε πονοκέφαλος φρικτός,
και κόμπος στο λαιμό.

Μια ιστορία,
που δε γράφτηκε,
δεν ειπώθηκε,
και ουρλιάζει να βγει απο μέσα μου,
βάζοντας φωτιά
σε θώρακα και οισοφάγο.

Και ξεπηδάει σαν σαύρα
μέσα απο τις φλόγες,
έρπεται
και με τα νύχια του χαράζει λέξεις
στο δρόμο του προς την επιφάνεια,
το στόμα μου,
ή το μυαλό μου.
Που μένει ξάγρυπνο
για να το πολεμήσει.

Να το νικήσει,
να το καταπιεί και να κοιμηθεί,
ή να γράψει και ηττημένο,
καμένο,
στο σκοτάδι της νύχτας
να παρηγορηθεί,
εκείνη δεν θα το κρίνει...

Μακάρι να ήταν πάντα εύκολο.
Μακάρι να έβγαιναν πάντα οι λέξεις
όπως ο καπνός ενός τσιγάρου...
Μα όχι,
γραπώνονται από μέσα μου
πριν βγουν και με πονάνε.
Αλλάζουν σημασίες,
παίζουν με το μυαλό μου
και καίνε τα χέρια μου
που τις σβήνουν και τις ξαναγράφουν.

Καίνε,
αποτυπώνονται στο χαρτί
σαν μαύρα σημάδια,
αποδείξεις της πυρκαγιάς
που έχω μέσα μου.

Καίνε...
Ανάβω τσιγάρο τα μάτια
καθώς τελειώσω,
γύρω μου φυσάει,
και ο καπνός χάνεται
και ταξιδεύει μακριά μου,
παίρνοντας μαζί του την ιστορία
που τώρα απλά διαβάζω.

Τρίτη, 4 Οκτωβρίου 2011

για πόσο;

Πλημμυρισμένη από ποίηση, 
μιας αγάπης καταδικασμένης. 
Ανολοκλήρωτης, μοναδικής για μια ζωή. 
Χαμένης στα εμπόδια. 

Να κάθομαι μόνη
να τον κοιτώ να φεύγει
να την κοιτώ να φεύγει
και όμως 
μαζί να μένουν μια ζωή
στις αναμνήσεις τις κοινές
στης καρδιάς τα φύλλα
που σπαρταρούν
στα φιλιά και στα χάδια
που δόθηκαν
και σε όσα δεν πρόλαβαν να δοθούν...

Να παλεύω κι εγώ ν' αναπνεύσω 
από κλοιό ασφυκτικής απώλειας. 
Να χάνω τον ουρανό 
και να κόβονται τα φτερά που μου έδωσες. 

Να χάνω τη γη 
και να βούλιαζω σε μαύρο κενό. 
Να γεμίζω ωκεανό 
απ' την αλμύρα των ματιών μου 

Και εκεί που νομίζω ότι τα δάκρυα στερεύουν, 
τα πάντα θυμίζουν εσένα 
και συνεχίζεται η μπόρα στην ψυχή μου.

                   για πόσο
πονάει
                                                         μια καρδιά;
~