Τετάρτη, 21 Ιουλίου 2010

ΔΙΑΚΟΠΕΣ!!!! ...μακριά σου...

Όσο κι αν προσπάθησα 
Να ικανοποιήσω τα όνειρα μου 
Μάταιη η προσπάθεια 
Δεν φτιάχνω εγώ τη μοίρα μου 


Όσο κι αν προσπάθησα να έρθω κοντά σου 
Έκλεισαν οι δρόμοι 
Γκρεμίστηκαν μετά από ανωτέρων επιθυμία
Και γω έμεινα μετέωρη να ψάχνω άλλους δρόμους διαφυγής


Την Αθήνα πάντως δεν θα αφήσω άλλο να με καταπνίγει
Κάτι βρήκα, διαφορετικό, 
μα ίσως αρκετό για να με βοηθήσει...
Θα φύγω


Θα χαθώ για λίγο, θα ηρεμήσω  
και θα ατενίσω τις καινούριες μέρες
θα ανασάνω καθαρό αέρα...
Θα φύγω


Όσο κι αν προσπάθησα
όσα σχέδια κι αν έβαλα σε εφαρμογή
χαμένα πήγαν 
μόλις ήρθαν αντιμέτωπα με την πραγματικότητα


Πότε θα βρω τη δύναμη να τα κάνω αληθινά;
Απορώ με τον εαυτό μου... 

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Ένα φιλί σου

Ένα φιλί σου να είχα αυτό το βράδυ
Να με καληνύχτησει
Μια αγκαλιά σου σφιχτά να με κρατήσει 
Να μην πέσω 
στο κενό εκείνο που άνοιξε 
η απόσταση μεταξύ μας 

Τη μισώ που με κρατά μακριά σου 
και εξαιτίας της περνώ μέρες 
δίχως να αντικρίσω τα μάτια σου. 
Τη μισώ που με κρατά μακριά σου 
και χάνω το ενδιαφέρον μου στη ζωή 
με καταλαμβάνει η αδυναμία 
και μου λείπεις... 

Την αγαπώ όμως στο τέλος, 
που βοηθά 
και δεν σβήνει ο πόθος μας, 
δε σβήνουν τα συναισθήματα, 
παρά μεγαλώνουν σε κάθε συνάντηση,
σε κάθε βλέμμα, 
σε κάθε άγγιγμα 
που καίει γλυκά την ψυχή. 

Μια αγκαλιά σου να είχα αυτό το βράδυ
Να ζεστάνει την καρδιά μου
και ασφαλής να νιώσω
κάτω από την συνεχή πνοή σου

Ένα φιλί σου να είχα κάθε βράδυ 
πριν τα μάτια μου κλείσω... 
και σαν ξυπνήσω άλλο ένα,
καινούρια μέρα
 με ευτυχία και δύναμη να ξεκινήσω...

Δευτέρα, 12 Ιουλίου 2010

Πύρινη πραγματικότητα

Ας ήταν να βραδιάζει κάθε φορά που σου μιλώ.
Να σε κλείνω στην αγκαλιά μου,
μοναδικό έχω σκοπό.
Ας ήταν να μην ξημερώνει.
Για να ατενίζουν μυστικά τα χέρια μου
κάθε μέρος του κορμιού σου,
ώρες ατέλειωτες.
Να σε λατρεύουν τα σαρκώδη χείλη μου,
προσφέροντάς σου θυσίες,
αμέτρητα φιλιά μέσα από τρανή φωτιά σμιλεμένα.

Φωτιά που άναψε το βλέμμα σου,
μέσα στην καρδιά μου.
Τα σκοτεινά σου μάτια
κομμένα απ' το μαύρο του ουρανού,
σαν κάρβουνα πυρακτώσαν τη νύχτα μου
και της έδωσαν χρώμα πορτοκαλί και κόκκινο να ντυθεί.
Και γω σε κοιτώ μέσα από τις φλόγες.
Πετάνε σπίθες οι ματιές μας
και καίγονται τα αδύναμα όνειρα μου.

"Τώρα ζεις, δεν ονειρεύεσαι."
μου ψιθυρίζεις.
Η ανάσα σου κάθεται στο λαιμό μου
και ένα ρίγος με διαπερνά στην αφή της.

"Ώρα λοιπόν τα όνειρα να πραγματοποιηθούν..."

Σάββατο, 10 Ιουλίου 2010

*Γλυκιά Πλάνη*

Ήπια σταγόνα όπιο, 
από τα χείλη σου που κρυφά τη φόρεσαν. 
Ζαλίστηκα και βάλθηκα να χορεύω 
σε ρυθμούς που λίγοι ακούνε. 

Ρυθμούς που έφτιαξε η καρδιά καθώς χτυπάει 
από πόθους άσβηστους. 
Ρυθμούς ενωμένους με το χαλάζι των ονείρων 
που πέφτει γύρω μας σαν χιλιάδες ροδοπέταλα, 
σαν ασημόσκονη που λάμπει 
όπως τα μάτια μου όταν σε κοιτούν. 

Ρυθμούς παρμένους από τη σιωπή της νύχτας 
που μέσα της τυλίγει κάθε είδους υπόσχεση 
και μελωδίες από χιλιάδες άρπες, κιθάρες και βιολιά 
που ξεσπούν ρομάντικα, αλλιώτικα, μεθυστικά.
Τούτη την ώρα 

Λυγίζει το σώμα μου και σπάει στο άκουσμά τους. 
Ακολουθεί άθελά του, χωρίς να χάνει νότα. 
Ζαλίζεσαι κι εσύ τώρα. 
Παλίρροια οι σκέψεις σου γεμάτες έρωτα ανεκπλήρωτο. 
Ζαλίζεσαι και χάνεις κάθε έλεγχο. 
Με πιάνεις απ' τη μέση 
προσπαθώντας να περιορίσεις τις κινήσεις μου, 
προσπαθώντας να ακολουθήσεις την λογική. 
Να με συμορφώσεις

Με προκαλείς όμως και γω δε σταματάω. 
Χορεύω πιο προκλητικά, για σένα... 
κρατώντας τα χέρια σου πάνω μου 
και παραλύοντας τα για να με ακολουθούν. 

"Μαινάδα" θα μου ψιθυρίσεις, 
όμως πριν το καταλάβεις, 
πριν αντισταθείς, 
θα πέσεις στην γλυκιά μου πλάνη
Και τότε θα είναι αργά για να φύγεις. 
Δεν θα μπορείς...
Δεν θα θες... 

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Δεν ήξερα Μαρκ...

Δεν ξέρω τι να κάνω, πως να νιώσω.
Θέλω μόνο να εξαφανιστώ για λίγο.
Να μην μιλάω σε κανέναν, να μη βλέπω κανέναν,
να μη χρειάζεται να πω ψέμματα...

Τίποτε από αυτά μως δε γίνεται...
Η καθημερινότητά μου δεν μου επιτρέπει τίποτα.

Φυλακισμένη στη ρουτίνα
σε καταστάσεις που ήλπιζα να μην έρθουν
σε συναισθήματα που δεν μπορώ να εκφράσω
προδομένη,
απογοητευμένη...

Κι ας το είχε πει ο Μαρκ Τουαιν...
"Οι ευτυχισμένοι πρέπει να ξέρουν πως όσο πιο γεμάτο είναι ένα ποτήρι, τόσο πιο εύκολα χύνεται."


εγώ δεν ήξερα...

Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

Χαρά της ζωής!


Δυο ματάκια
με λαχτάρα και αγάπη γεμισμένα
Δυο πετράδια κομμένα,
από την καρδιά του ωκεανού
με σφυρηλάτη τους τον ίδιο τον Ποσειδώνα
Εσένανε κοιτούν.




Δυο μικρά χεράκια
που με όλη τους τη δύναμη σφίγγουν καθετί που ακουμπούν
Πλέκουν τα δαχτυλάκια τους
μέσα από τα μαλλιά σου,
γύρω από ένα δικό σου δάχτυλο


Ένα στόμα
που δεν κρύβει ακόμη δοντάκια
ανοίγει μόνο σε υπέροχα χαμόγελα
που ζεσταίνουν
μέχρι και την πιο σκληρή καρδιά
 ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~ ~
                                                        
Με κοίταξες με τα γουρλωμένα σου μάτια
Δε με γνώριζες, αλλά με επιστεύτηκες
                                                          
Ήρθες και κούρνιασες στην αγκαλιά μου
Σκίρτησε η ψυχούλα μου
σαν να σε καλοσόρισε

Και γω άθελά μου πάγωσα να σε κοιτώ
Σε κρατούσα στα χέρια μου
το πολυτιμότερο φορτίο,
ο πιο σπουδαίος θησαυρός

Άρχισα να τραγουδάω απαλά
Ένιωθα την ανάσα σου 
να χαϊδεύει το μπράτσο μου
Ένιωθα την καρδούλα σου
να χτυπάει πάνω στο στήθος μου
δίπλα στη δική μου

Καθώς η μελωδία σε ταξίδευε
σε στιγμές ήρεμου ύπνου...

ΥΓ. Στον πιο γλυκό άντρα, τον 3ων μηνών ξαδερφούλη μου, που μόλις πριν λίγες ώρες γνώρισα!!
                                                      

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Βραδινή εκτόνωση

Είναι τα βράδια που σε κάνουν να δεις τις δεξιότητες που χρόνια καταχώνιαζες μέσα σου. Είναι εκείνες οι νύχτες που ξυπνούν τα φαντάσματα της ζωής σου που αρχίζουν με μανία να σε καταδιώκουν, μόλις ανοίξουν τα μάτια τους. 

Τρέχεις επί ματαίω. Δεν μπορείς να κρυφτείς. Σε κυνηγά η επιθυμία. Στιγμές και ώρες σαν κι αυτή η μόνη σου διέξοδος, η μόνη διαφυγή είναι να γεμίσεις εκείνη τη λευκή σελίδα μπροστά σου. 

Φοβάσαι. 
Δεν θες να αφεθείς. Αρχίζει όμως να σε κατατρώει η ανάγκη. Και έτσι πιάνεις αδέξια στο χέρι σου το πριν μετέωρο μολύβι και ξεκινάς. Τα δάχτυλα σου σε λίγα δευτερόλεπτα καίνε, μουδιάζουν και σιγά σιγά δεν τα νιώθες καθόλου. Κινείται μόνο του πια το μολύβι. 

Δίνες σκέψεων πανηγυρίζουν και κάνουν βόλτα γύρω σου. Χορεύουν σπασμωδικά και μάχονται μεταξύ τους για μια θέση στο χαρτί σου, για λίγες γραμμές. Δεν μπορείς να τις ικανοποιήσεις όμως όλες γιατί το χαρτί σχεδόν γέμισε... Κάθε γωνία του έχει χαραγμένες πια εικόνες του μυαλού σου. Δεν τελείωσαν όμως εκείνες.

 Όταν το φεγγάρι θα ανεβεί ξανά στη μέση του ουρανού θα σε κατακεραυνώσουν. Μέχρι τότε όμως σε αφήνουν να ησυχάσεις. Καθώς ξημερώνει και ο ήλιος παίρνει τη θέση του πάνω από το κεφάλι σου, τρεκλύζοντας εσύ, σέρνεσαι προς το κρεβάτι και αφήνεσαι στην αγκαλιά ενός λυτρωτικού ύπνου.