Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

ζεις;

Κλείνεις την πόρτα, σκοτάδι. Ούτε ένα φως μη σκίσει το προστατευτικό σου κάλυμμα  Νύχτα και χάνεσαι,  ψάχνεσαι επί ματαίω. Η μόνη ένδειξη ζωής δύο κούπες νερό. Η μια πάγος, η άλλη λάβα.
Τις λούζεσαι; Αισθάνεσαι. Πόνο, μαχαίρια. Πόνο, κάψιμο. Αισθάνεσαι, άρα ζεις. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.
Λοιπόν; αποφάσισε.  Μην ψάχνεσαι. Άσε τις μικρές αμέτρητες φωνές στο κεφάλι σου να κυριαρχήσουν. Να μονομαχήσουν χωρίς να φαίνεται το αίμα που θα βάφει το δικό σου πρόσωπο και σώμα. Παλεύουν για σένα και μόνο εσύ πληγώνεσαι.
Μην ανησυχείς, κανείς δε βλέπει. Κανείς δεν θα δει. Δεν έχει μάτια ο κόσμος για τις μάχες της ψυχής. Που χαρακώνουν αργά μα βαθιά, που οδηγούν στον όλεθρο. Δεν έχει αυτιά ο κόσμος, γιατί συνήθως αδιαφορεί κι ας τρώνε τα αρπακτικά το ίδιο του το σώμα.

ΝΑΙ!

Νερό.
Κρύο, παγωμένο και το κεφάλι σου πονά.
Ζεστό, καυτό και τρυπάει το δέρμα.



Ααααααααααααααα 

ΟΥΡΛΙΑΖΕΙΣ!
Δεν έχασες τη μιλιά σου όπως ο κόσμος. Ουρλιάζεις και τρομάζουν οι φωνές στο κεφάλι σου. Κρύβονται σαν κυνηγημένοι στα λαγούμια τους, όλοι οι εαυτοί σου. Εκείνοι που αντιστέκονται στη μίζερη ζωή που διάλεξες. Τώρα ουρλιάζεις. Σ' ακούω.
Αντιστέκεσαι πια δίχως τη βοήθειά τους. Μπράβο. Συνέχισε. Μην τους αφήσεις να σε ελέγξουν. Μπορείς μόνος σου να ελευθερωθείς. Νιώσε. Είναι η πρώτη απόδειξη. Παραδέξου ότι φταις για όλα όσα σου προσάπτει ο κόσμος και κανε κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα.
Μα αυτή τη φορά οδήγα εσύ. Αφέσου. Άλλωστε δεν ακούν, δε βλέπουν, δε μιλούν.

Θανάτου ευχή; όχι, ζωής ελπίδα.


Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Βόλτα στο φεγγάρι



Το μονοπάτι στρώθηκε χρυσάφι
Από ένα αστέρι που δραπέτευσε απ' τον ουρανό
Έσβησε,
αφήνοντας πίσω δρόμο ανοιχτό,
για μία βόλτα στο φεγγάρι...


Τα πρώτα βήματα γνώριμα,
σκέψεις, πράξεις καθημερινές
κι έπειτα σκοτάδι.
Στην ομίχλη χαμένη η διαδρομή,
η τροχοπέδη που έπρεπε να προσπεράσω
για να δω ξανά καθαρά,
να προχωρήσω.


Ομίχλη φτιαγμένη από δειλία και φόβο
και οδηγός μου, στου ασυνείδητου τα στενά, ένας άλλος εαυτός, 
να με ξεναγήσει στο φεγγάρι της ψυχής μου.
Με αρκετές μάσκες φορτίο, 
να αλλάξει στη διαδρομή

και γω, εωθινό φυλαχτό 
όσα μου δείξει και μου πει...

Τρίτη, 18 Σεπτεμβρίου 2012

Βλέμματα σιωπής

Δυο ματιές ενωμένες 
σκέψεις, συναισθήματα, πυρά
που ανταλλάσσονται,
μέσα στη σιωπή.

Στόματα κλειστά
κόρες διεσταλμένες
ξεχασμένα -ψυχή, καρδιά- ζωντανεύουν
μέσα στη σιωπή.

Πώς να γραφτούν αυτά τα βλέμματα
πώς να τα φυλακίσει το χαρτί
όταν χάρη στην έλλειψη του λόγου γεννιούνται.

ούτε λέξη
ούτε γράμμα

Τρεις τελείες άπειρα νοήματα
σκέψεις, συναισθήματα

. . .

Βλέμματα σιωπής


Σάββατο, 18 Αυγούστου 2012

Κεραυνοί

Πριν καν αρχίσει να βρέχει μύρισε η ατμόσφαιρα από το χώμα και την υγρασία. Πόσο μ' αρέσει αυτή ακριβώς η στιγμή, τα βουνά ολόγυρά μου σκεπασμένα με σκούρα γκριζομπλέ σύννεφα, να βρυχώνται και κάπου κάπου να πέφτουν καρφιά ασημένια οι κεραυνοί πάνω τους. 
Στάλα ακόμη, μόνο κεραυνοί....

Κυριακή, 5 Αυγούστου 2012

Επικίνδυνη ομορφιά


η ομορφιά γεννάται για να αποτυπώνεται,
είτε στο χαρτί, είτε στον καμβά, είτε στην πέτρα ή το
μάρμαρο...

δόξα και τιμή στον καλλιτέχνη που εντέλει τα καταφέρνει
και η αποτύπωση είναι πιστό αντίγραφο

δόξα και τιμή στον καλλιτέχνη που εντέλει τα καταφέρνει
και κυριαρχεί των αισθήσεων,
τις χρησιμοποιεί αντί να τον χρησιμοποιούν.

όταν όμως η ομορφιά αγγίζει την τελειότητα; τότε τι;
ποιο έργο θα μπορούσε να την κυοφορήσει;
να την αντέξει μέσα του;
να τη γεννήσει στα μάτια των θνητών;

τότε ποιος θα τολμούσε να την αποτυπώσει;
χωρίς να χάσει το μυαλό του;
χωρίς να χάσει τον εαυτό του;

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

βραδινή βουτιά

   Έβγαλα το στυλό που συγκρατούσε ψηλά τα μαλλιά μου και κείνα μη χάνοντας ευκαιρία πέσανε ζεστά κύματα πάνω στους ώμους μου που είχε παγώσει η βραδινή ατμόσφαιρα. Παραμέρισα με τα δάχτυλά μου όσες τούφες κάλυπταν τα μάτια μου και αντίκρισα ξανά μπροστά μου τη θάλασσα. Το γαλάζιο καταφύγιο της ψυχής μου που είχε πια σκουρύνει αντιγράφοντας τον ουράνιο θόλο από πάνω του. 
   Το αεράκι που δεν σταμάτησε διόλου όλη μέρα, ακόμη τη χάιδευε κι εκείνη ανατρίχιαζε κάθε τόσο, ταραζόταν, άφριζε και ξεσπούσε την ηδονή της στα βράχια. Εκείνα την καλωσόριζαν για δευτερόλεπτα, αντάλλασσαν φιλί και αγκαλιά στα κλεφτά και ύστερα την έδιωχναν. 
   Πόσο τα ζήλευα τα βράχια!
   Πόσο ήθελα να φιλήσω κι εγώ τη θάλασσα και να χωθώ στην αγκαλιά της! Έβγαλα τα πέδιλά μου και άρχισα να ακροβατώ στους βράχους μέχρι να τη φτάσω. Ένιωθα τα πέλματά μου να πονούν κάτω απ' την τραχιά επιφάνεια αλλά λίγο με απασχολούσε. Ο παφλασμός γινόταν όλο και πιο δυνατός και η καρδιά μου χοροπηδούσε στο στήθος μου. 
   Φτάνοντας βούτηξα ανυπόμονα τα πόδια μου στο κρύο νερό και η θερμοκρασία του δρόσισε όλο μου το σώμα. Κι έτσι έμεινα. Να το κοιτάω να έρχεται, να φεύγει, να φιλάει τα γυμνά μου πόδια, να σκαρφαλώνει πιο ψηλά, να βρέχει το φόρεμά μου, οι πετρούλες που το συντρόφευαν να φωλιάζουν στα δάχτυλά μου. 
   "Πάω στοίχημα ότι δεν τολμάς να μπεις ολόκληρη!" είπε μια φίλη μου.
   Δεν την κοίταξα, μόνο αναστέναξα και χαμογέλασα πριν απλώσω τα χέρια μου ψηλά και βγάλω το μισοβρεγμένο φουστάνι.
Κι έτσι με τα εσώρουχα έπεσα στην αγκαλιά της θάλασσας. Για το κρύο αδιαφόρησα. Μια αναπνοή έφτανε και γω είχα κάνει επιτέλους για μια φορά αυτό που πραγματικά ήθελα.  

υγ. Η φωτογραφία τραβηγμένη από το σημείο της βουτιάς...

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

~Διακοπες~

   Αυτή η λέξη τριγυρνούσε όλη μέρα στο μυαλό της και ακόμη δεν μπορούσε να τη συνειδητοποιήσει. Άλλοτε έχει ένα θαυμαστικό στο πλάι και την ακολουθούσε το πλατύ της χαμόγελο και άλλοτε ένα τεράστιο ερωτηματικό... 
   Το πριν άδειο κρεβάτι δίπλα στο δικό της έχει καταληφθεί. Μια βαλίτσα που μέσα υπάρχουν μόνο 2-3 φορέματα, όχι πως φοράει και πολλά, και έξω από αυτή διάφορα μπλουζάκια, βερμούδες, παπούτσια, εσώρουχα, πετσέτες, σεντόνια, τσάντες...
   Εφτά μέρες θα έφευγε και εκεί που έλεγε θα τα πάρει όλα μετρημένα τώρα δεν ήξερε τι να πάρει και τι να αφήσει. 
"Άραγε θα χωρέσουν όλα μέσα;" σκεφτόταν για να μην χρειαστεί να τα ξεδιαλέξει.
Κανόνιζε αυτό το ταξιδάκι με τις φίλες της 1 μήνα τώρα κι όμως τόσες μέρες δεν είχε κάνει ούτε μία λίστα που να αναγράφει τα απαραίτητα, γι αυτό μάλλον και της φαινόταν παράξενο που το επόμενο κιόλας πρωί έφευγε. 

Και πόσο ήθελε να φύγει!! Να αφήσει έστω και για λίγο την μουντή, καυτή Αθήνα και να πάει κάπου να χαλαρώσει, να κάνει τα μπάνια της, να βάψει ο ήλιος το κορμί της που ήταν άσπρο σαν το γάλα...

Αλλά τώρα που κόντευε η ώρα δεν ήθελε να κάνει τίποτα. 
Φταίει που εκείνη αποζητούσε την ηρεμία μετά από μία ατέλειωτη και κουραστική χρονιά και αυτό που θα έπαιρνε τώρα ήταν μια εβδομάδα γεμάτη τρέλα και βαβούρα!
Όσο κι αν αγαπούσε τις φίλες της, 6 κορίτσια μαζεμένα ήξερε -και ο καθένας ξέρει ή φαντάζεται- πως μόνο ηρεμία δεν θα πρόσφεραν στο μυαλό της, στη σκέψη της και ακόμη κι αν εκείνη δεν το ήθελε θα συμμετείχε στην τρέλα αυτή για να μην ακούει κριτικές και σχόλια...

Η βαλίτσα πλάι της είχε ανοίξει για τα καλά το στόμα της αλλά με την κούραση που την είχαν καταβάλει τώρα, δεν σκόπευε να την "ταΐσει". Η ώρα κόντευε 4μιση, σε 3μιση ώρες έπρεπε να σηκωθεί. Μήπως έπρεπε να κοιμηθεί κιόλας πρώτα; 
αχ! δεν τα υπολόγισε σωστά! Το μαθηματικό της πριν μυαλό τώρα είχε κουρκουτιάσει, όπως θα έλεγε και η γιαγιά της η συχωρεμένη. Αποφάσισε λοιπόν γι αυτές τις 3μιση ώρες να κλείσει τα μάτια της, 
η βαλίτσα θα γέμιζε και κείνη αργότερα, θα τα χωρούσε σίγουρα όλα, θα τα στρίμωχνε για τα καλά και θα χωρούσαν, αυτό σκεφτόταν και έκλεινε με τα χέρια της τη βαλίτσα νοητά στον αέρα, ακόμη κι εκεί τάχα με δυσκολία.

Έτοιμη... ψιθύρισε καθώς την έπαιρνε ο ύπνος...
αφήνοντας έξω απ τη βαλίτσα κάτι πολύ σημαντικό,
τη διάθεσή της.... 

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Γαλάζιος πρίγκηπας

Μου λείπει...

Εκείνος που δεν είδα
κι όμως γνώρισα τόσο καλά
Μέσα απ' τις λέξεις του, 
τις λέξεις μου

Μέσα από αγάπη και σκέψεις 
που και οι δυο ξέραμε καλά να εκφράσουμε
για κάθε τι που αξίζει, 
αλλά και για τα ασήμαντα της ζωής

Μου λείπει ο γαλάζιος μου πρίγκηπας...

Μου λείπει εκείνος που δεν είδα
 κι όμως γνώρισα τόσο καλά

Υγ. Κι αφού έγραψα μήνες τώρα τούτες τις λέξεις...
έχω απόψε την αίσθηση ότι γύρισε...
σε κείνον λοιπόν με μεγάλη χαρά!

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

δόλια νερά

Με τύλιξε το πέπλο του μυστηρίου σου
ένιωθα να με τραβάς στα έγκατά σου
καθώς με κοίταζες μέσα απ΄τα δικά μου μάτια

Με καλούσαν η σεμνοτυφία και ο δόλος σου
σαν Σειρήνες μέσα στη νύχτα.

Να βυθιστώ
να χαθώ.

Κι όσο κι αν φανταζόμουν να ταράσσω 
και να ρυτιδιάζω την γαλήνιά σου όψη
τόσο εκείνος με έσφιγγε στην αγκαλιά του
Με κρατούσε δεμένη στη γη πλάι του

και σαν σταμάτησε, εγώ βούτηξα
δεν ήξερα κολύμπι
και αφέθηκα δίχως φόβο

Βυθίστηκα
χάθηκα.

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Μηχανικότητα

Και κει που ευλογώ τη μηχανικότητα
που με κινεί
στιγμές που δεν νιώθω, δεν αισθάνομαι,
δε ζω...


Ξαφνικά εκεί,
η μουσική στ' αυτιά μου σταματά.

Γιορτάζουν: Έρως, Έρωτας...


Αυτό λέει η μεγάλη οθόνη που τράβηξε το βλέμμα μου στο μετρό
Και χάθηκε η μηχανικότητα
τα μάτια θόλωσαν
οι σκάλες έτρεχαν πιο μπροστά απ' τα πόδια μου


Δεν περίμενα ποτέ μια τέτοια ημέρα να γιορτάσω
ούτε 14 φλεβάρη
Γιόρταζα την κάθε μου στιγμή μαζί σου...


Μα τώρα ούτε αυτές,
τώρα τίποτα...


Μηχανικότητα που είσαι; 
σε χρειάζομαι...!!

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

θαλασσινή αύρα

Να 'χα αυτή τη θάλασσα για πάντα μπρος μου
τα κύματά της ψηφιδωτά, γαλήνη στα μάτια μου
η σκέψη μου στα βάθη της, λύτρωση.

Μα κι ένα χέρι ακόμη θα 'φτανε
να ευωδιάσει το δωμάτιό μου,
μαξιλάρι, και προσκυνούν τα όνειρα σορό μέρα νύχτα.

Ταξίδια που χορεύουν ωσάν βαρκούλες μέσα της,
μέσα μου. 
Σε κείνον τον ωκεανό που ξεχειλίζει απ' την ψυχή μου.

Σε μία φούχτα στην τελική...
που χωράει όλα εκείνα που αξίζουν
και ξεκινούν από ένα απαλό, δροσερό χάδι.



Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

οι στιγμές μας


Πόσο δυνατές πρέπει να 'ναι οι στιγμές
για να κρατήσουν μια ζωή...?


και ποιος τους δίνει δύναμη
αν όχι η αγάπη που τις γέννησε
αν όχι εγώ που την κρατώ αναμμένη φλόγα στην καρδιά μου...?


Πόσο δυνατές πρέπει να 'ναι οι στιγμές.....
Να συγχωρέσουν εκείνη που δεν είπε αντίο
Που δεν έδωσε το τελευταίο φιλί 


και κυνηγά τώρα τα όνειρα να δώσει όσα δεν πρόλαβε...


Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Πιρπιρίτσα

   Η ζέστη αφόρητη στο μικρό χωριό και ακόμη το καλοκαίρι δεν έχει μπει. Η πλατεία όμως είναι γεμάτη παιδιά που τελειώνοντας το σχολείο δεν χάνουν χρόνο για να ξεκινήσουν το παιχνίδι. Παραπονιούνται για τη ζέστη.
"Ας έβρεχε λιγάκι να δροσιζόμασταν!" είπε μια κοπέλα. Ακούγοντάς την πιάστηκαν όλοι χέρι χέρι, σχημάτισαν έναν κύκλο και άρχισαν να χοροπηδούν και να τραγουδούν: 
"Πιρπιρίτσα περπατεί,
το θεό παρακαλεί.
-Θεέ μου, βρέξε μια βροχή,
μια βροχή βασιλική!
να βγουν τα στάρια, τα κριθάρια.
Και ο γεωργός με το τσαπί,
κάνει αυλάκια να διαβεί."
Τελειώνοντας το 7στιχο έπεσαν όλα καταγής και ξέσπασαν σε γέλια και φωνές. Ξάφνου εμφανίστηκε στο δρόμο κοντά τους μία μικρή σαύρα, ντυμένη με το μαύρο της νύχτας, το χρυσό της αυγής και το λευκό μιας κενής σελίδας. Τα χρώματα της Πιρπιρίτσας άστραφταν στο φως των λιγοστών πλέον ηλιαχτίδων που έβρισκαν διέξοδο σκίζοντας τα σύννεφα που τώρα κάλυπταν τον ουρανό. Εκείνη περπατούσε αργά με τα μικρά της ποδαράκια, σχεδόν σερνόταν διασχίζοντας το δρόμο.
Τα παιδιά την ακολούθησαν με το βλέμμα τους μαγεμένα θαυμάζοντας τη μέχρι που βγήκε από την άσφαλτο και μπήκε στο μονοπάτι για το δάσος. Έμειναν λοιπόν εκείνα και κοιτούσαν το κενό, ώσπου χοντρές σταγόνες άρχισαν να δροσίζουν τα μέτωπα τους. Σταγόνες που γρήγορα έγιναν βροχή και ανάγκασε τα παιδιά να τρέξουν για τα σπίτια τους ή το κοντινότερο καταφύγιο. 
Οταν ύστερα από δύο ώρες η βροχή σταμάτησε, ένα κεφαλάκι εμφανίστηκε πίσω από το τζαμί ενός σπιτιού. Τα ματάκια του δεν άργησαν να καρφωθούν σε ένα συγκεκριμένο σημείο του δάσους και χαμογέλασε όταν είδε την Πιρπιρίτσα, με τα χρώματά της να ακτινοβολούν απ' τις σταγόνες της βροχής.  

Τετάρτη, 16 Μαΐου 2012

Μου-τζούρες



Μουτζούρα
Και η μυρωδιά του μελανιού φτάνει στη μύτη μου

Παίρνω μια γερή ρουφηξιά 
το σηκώνω στο ύψος του προσώπου μου

εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή...

μέχρι εκεί που χωράνε τα πνευμόνια μου

και η εκπνοή σφύριγμα αέρα
σώμα σε ελεύθερη πτώση η φωνή μου
σιγά σιγά χάνεται στο κενό

Έχω καιρό να γράψω και τίποτα δε βγαίνει σωστό
χρειάζομαι όμως εκείνη τη μυρωδιά

Μελάνι εναντίον λευκού χαρτιού 
Δεν έχει λέξεις να βγάλει το μυαλό 
Μόνο μουτζούρες
ανεξέλεγκτες γραμμές που διψούν να καταπατήσουν
τη ματιά, το μυαλό
Έδαφος πρόσφορο για αποτυπώματα
πλεγμένες ψευδαισθήσεις εθισμένων
ψευδαισθήσεις μου.

εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή, εισπνοή...

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

να γράφεις...




εκείνη...: μην καταπιέζεσαι να γράψεις ποίηση, μπορείς να γράψεις κάτι σε κείμενο, να ξεδιπλωθεί ο λόγος λίγο


εγώ...: μα εγώ δεν γράφω ποίηση! γράφω ποίηση; πεζό γράφω, απλά  
 
  
του δίνω τον ρυθμό της καρδιάς μου...

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

[Όνειρα]



Μείνε πιστή στα όνειρα της νιότης
Τι κι αν αυτά πετούν μακριά σου γοργά
Μη σταματήσεις να προσπαθείς και να ελπίζεις για την καρποφορία τους!



Δευτέρα, 13 Φεβρουαρίου 2012

αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή...

κλαίω
σκοτεινό δωμάτιο
μία φωτεινή πηγή
και ξεχύνονται στην ησυχία
κραυγές
κρότοι
φωτιές
σαν κισσός απλώνονται,
με τυλίγουν και γω κλαίω,
ακίνητη

Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή θα ούρλιαζαν ΝΤΟΠΗ ΣΑΣ!

οι φλέβες στους κροτάφους
χτυπούν με μανία
πονάω,
πονάω σε εικόνες παιδιών που ρωτούν
γιατί;
τα βλέπω,
τα ακούω,
στις πέτρες που ολόγυρα πετούν
στον καπνό που τυφλώνει τους αμάχους.
Λυπάμαι εκείνους
που μάταια βγήκαν να διαμαρτυρηθούν
και έγιναν πύλη ανοιχτή
εκείνων, που στους προδότες της χώρας μου μοιάζουν,
εκείνων, που χειροτερεύουν την κατάσταση,
τραβώντας τα απομεινάρια της δημοκρατίας στον βούρκο...
για να φοβάται ο λαός να σκεφτεί,
να δράσει

Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή θα ούρλιαζαν  ΔΕΙΛΟΙ, ΨΕΥΤΟΑΓΑΝΑΚΤΙΣΜΕΝΟΙ, ΚΟΥΚΟΥΛΟΦΟΡΟΙ, ΠΡΟΔΟΤΕΣ!

κλαίω,
κλείνω την πόρτα στον όλεθρο

η πατρίδα μου χάθηκε
αμαυρώνεται η μνήμη της

Αν τα δάκρυά μου είχαν φωνή
θα σας συντάρασσε καθώς θα ούρλιαζαν πόσο ΣΑΣ ΜΙΣΩ!!!!!!!!!! 

Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2012

Δύναμη/Λαγνεία Γλώσσας


Ψίθυροι και λέξεις,
ιστορίες στον αέρα να πετούν
απρόσκοπτα
Απαγορευμένα, ηδονικά


Να ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα
κι όμως αναλλοίωτα


Να τρελαίνουν, 
να παγιδεύουν,
να προκαλούν


Να εισχωρούν στο μυαλό
και αυτοβούλως να πράττουν


Λέξεις, ιστορίες,
εντέλει μορφές παρανοϊκές
φωτιάς σμιλεύματα 
που απαιτούν καταρράχτη αισθήσεων,
όλεθρο ψυχής
και εκδίκησης  αίμα.

Για όσα ντροπιασμένη κατέπνιξε,
για ότι τρομοβίως δεν έπραξε,
για όλους εκείνους που ανώφελα υπάκουσε
και την καρδιά που ποτέ δεν όρισε οδηγητή.

Έχασε και χάθηκε...


τη στιγμή που οι λέξεις θέριευαν και ξέσπασαν μια βραδιά
απλώθηκαν σαν αρρώστια
πάνω σε κάθε ανυποψίαστο
σε κάθε ανδρείκελο της λογικής.


Ωσάν ηλεκτροσόκ 
έθεσαν την καρδιά σε ιλιγγιώδη λειτουργία


Να χτυπά με νέο ρυθμό

ντουκ Νιώσε...
ντουκ Πράξε...
ντουκ Νιώσε...
ντουκ Πράξε...
ντουκ Νιώσε...
ντουκ Πράξε...
ντουκ Νιώσε...


ντουκ Γράψε...!




Quills 
και μια αξέχαστη ποιητική βραδιά