Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2011

Μάτια που μιλούν...

Μάτια που ανοίγουν
μόνο για να σε αντικρίσουν
και μιλούν λέξεις
που τα στόματα δεν γνωρίζουν καν να πουν.

Ψυχές ενωμένες,
πετούν ελεύθερες σαν μία
καρδιά, που έβγαλε φτερά
και ταξιδεύει στους αιθέρες.

Ώρες να περνούν
και γω στηριγμένη στο μπράτσο σου,
ήρεμη, ασφαλείς.

Στο πλάι μου η ανάσα σου
φυλαχτό που δεν θέλω να αποχωριστώ
να μετανιώνω για τις στιγμές
που αφήνω και περνούν μακριά σου.

Και προσπαθώ να επανορθώσω.
Το χέρι μου κλεισμένο στο χέρι σου
και να σε χαϊδεύω τρυφερά.

Τα χείλη μου σφαίρες στα δικά σου,
να σημαδεύουν στα πάθη που το σώμα γεννά.
Υποκείμενο αποτέλεσμα να μην πληγώσουν
μα να εθίζουν, να ερεθίζουν τα κύτταρα
και εσυ κι άλλα να αποζητάς
φιλιά και χάδια που απλόχερα σου δίνω.

Και καταπίνω χάρη σε κείνα
τη μελαγχολία που αφήνει ο αποχωρισμός μας.
Περιμένοντας την επόμενη φορά
που θα ανοίξουν τα μάτια της καρδούλας μου
και συναντώντας τα δικά σου
ξανά θα μιλήσουν.

Τρίτη 11 Ιανουαρίου 2011

~Ο κήπος της άνοιξης~

    
    Ο ιδιωτικός κήπος στην οδό Σαρόνη ευωδίαζε όλη τη γειτονιά. Ήταν μια σταγόνα εξοχής στον αέρα της ζοφερής γυάλας δηλητηρίου της μεγαλούπολης. Ο Χριστόφορος περνώντας από την είσοδο εισέπνευσε βαθιά προσκαλώντας όλα εκείνα τα ανακατεμένα αρώματα να καθαρίσουν τα πνευμόνια του. Έτσι έκανε κάθε μέρα γυρνώντας από το εργοστάσιο υφασμάτων όπου δούλευε. Απόψε φταίει ο γλυκός ήλιος που χάριζε ακόμη το φως του αν και απόγευμα; φταίει η κούραση; κοντοστάθηκε έξω από την είσοδο και άφησε το συλλογισμό του να πλανηθεί στο εσωτερικό. 
    Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα χωρίς να το καταλάβει σκαρφάλωνε τα ψηλά κάγκελα επιθυμώντας να θαυμάσει με τα ίδια του τα μάτια το μεγαλείο που έκρυβαν οι πέτρινοι τοίχοι. Περνώντας όμως από την άλλη πλευρά, κάπου πιάστηκε το παντελόνι του στα κάγκελα και έχασε την ισορροπία του. Ύστερα έπεσε και ένιωσε για λίγο σαν μπάλα, καθώς τυλιγμένο το σώμα του με κισσό κατρακύλησε δύο-τρεις φορές στο γρασίδι. Όταν σηκώθηκε άρχισε να τινάζει το φυτό από πάνω του, δυσκολεύτηκε λίγο γιατί σαν ιστός αράχνης είχε κολλήσει στα ρούχα του αλλά μετά από λίγο, ελεύθερος πια άρχισε να κάνει το γύρω του κήπου. 
    Ήταν μέσα του Απρίλη και όλα ήταν τόσο όμορφα. Το φως του ηλίου ζωντάνευε κάθε λουλούδι που με τη σειρά του χάριζε το άρωμα του στην ατμόσφαιρα. Για να ολοκληρώσει εκείνη τη μαγεία ήρθε και χάιδεψε μια φωνή τα αυτιά του Χριστόφορου. Εκείνος χωρίς να χάσει ευκαιρία την ακολούθησε σχεδόν υπνωτισμένος για να βρει μετά από λίγο μια γυναικεία μορφή να πλανιέται σαν αερικό ανάμεσα στα φυτά, να τραγουδάει, να χορεύει και κάπου κάπου να σκύβει και να κόβει κάποιο λουλούδι. 
    Φορούσε ένα μπλε φόρεμα μέχρι τα γόνατα και είχε ελεύθερα τα καστανά της μαλλιά να πέφτουν κυματιστά στους ώμους της. Αφού είχε φτιάξει ένα μικρό μπουκέτο από μαργαρίτες σταμάτησε και κάθισε σε ένα παγκάκι να ξεκουραστεί. Με απάλες γεμάτες χάρη κινήσεις άφησε στην άκρη τα λουλούδια, έπιασε ένα βιβλίο που ήταν ακουμπισμένο εκεί και άρχισε να διαβάζει. Ο Χριστόφορος έμεινε παγωμένος ακόμη να την κοιτάζει. 
    Το αεράκι που φυσούσε τώρα τρύπωνε κρυφά στο φόρεμα της κάνοντάς τον να παρακαλά να βρίσκεται στη θέση του. Να χαϊδεύει έστω και για λίγο το λευκό της δέρμα, να ανασηκώνει το φόρεμα λαίμαργο για τη σάρκα της, να κατασκηνώνει στους ήδη φανερωμένους ώμους της και να τυλίγεται στις μπούκλες των μαλλιών της. Παρακαλούσε να σήκωνε εκείνη τη στιγμή τα μάτια της από το βιβλίο για να κολυμπήσει μέσα τους. Μα τίποτα. 
    Πέρασαν ώρες που την κοίταζε, πέρασαν μέρες που κρυφά συνέχιζε να μπαίνει στον κήπο και να την παρακολουθεί, μα τίποτα. Ποτέ δεν έβρισκε το κουράγιο να την πλησιάσει, ούτε καν στα όνειρα του. 
Και όταν ήρθε ο χειμώνας, σταμάτησε να τη βλέπει. 

Ήταν ένας ίσκιος, που ζούσε και ανέπνεε γλυκές μελωδίες μαζί με τα πουλιά, χορό μαζί με το αεράκι και φως μαζί με τον ήλιο της άνοιξης.
~
*

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2011

Πικρή αλήθεια

Πόσο πικρή είναι η αλήθεια τελικά. 
Και πόσο φυλακισμένη νιώθει η ψυχή ξαφνικά. 
Όταν σπάει η καρδιά σε χίλια κομμάτια. 


Ένα σκοινί με κρατούσε στη ζωή 
και μια σου λέξη το έκοψε. 
Και πέφτει το σώμα τώρα στο κενό. 
Αϋπνία, κλάμα, και τα μάτια μου να καίνε. 
Και να αναρωτιέμαι τι έκανα, 
που έφταιξα και πονάω


Υγ. είμαι καλά, είναι ένα απλό ξέσπασμα σκέψεων, από απαντήσεις.που πήρα για το "like a quote"

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2011

Ευχή...

Μου έλεγε η μαμά καθώς ήμουν μικρή
πως μεσάνυχτα Θεοφανείων
ανοίγουν οι ουρανοί
και ο Θεός ακούει όλων τις ευχές
...
Πήγε 12 και Θεοφάνεια ξημερώνουν
Άνοιξαν οι ουρανοί, 
όπως άνοιξα και γω το παραθύρι μου, 
ευχή να κάνω που θα εισακουσθεί τούτη την αγία νύχτα 

Αχ Θεέ μου, 
ελπίζοντας να με ακούς
απ' το μικρό κομμάτι ουρανού
που αφήνουν οι πολυκατοικίες να φανεί
Ευχή κάνω, 
επιθυμία απ' της καρδιά τα βάθη,
προσευχή

Να μαι μαζί του 
για να μαι ευτυχισμένη και να ζω
να μαι μαζί του
να του δείχνω πόσο τον θέλω και τον αγαπώ...
...

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Like a quote...

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

{Γράφοντας}

    Πάντα μου πίστευα πως πολλοί από αυτούς που γράφουν και μιλούν δεν ξέρουν τι να πουν, δεν έχουν τίποτα να προσφέρουν. Ενώ εκείνοι που έχουν να δώσουν πολλά, σιωπούν ή μιλούν ανώνυμα όπως κάνουν εδώ. 
    Όταν θέλω να μειώσω τον εαυτό μου αναρωτιέμαι γιατί γράφω αφού δεν εχω κάτι ουσιαστικό να πω, και απογοητεύομαι και θέλω να μην ξαναπιάσω στυλό στο χέρι μου. Μα δεν τα καταφέρνω ποτέ. 
    Είναι εκείνη η ανάγκη μου να γράφω που με καταντάει παράξενη; έχω βιώσει αρκετές περιόδους αυτή την ανάγκη να με κατατρώει και αν δε γράψω δεν ηρεμώ. Κυκλοφορώ παντού με ένα στυλό στο αριστερό μου χέρι. Μείτε με χαρτιά, μείτε με σημειωματάρια, μόνο με ένα στυλό. Μέχρι οι σκέψεις να μπουν σε σειρά και να ξεχειλίσουν από μέσα μου. 
    Και τότε γίνεται το δεξί μου χέρι τετράδιο. Σαν άφρον περπατώ και γράφω γεμίζοντας γράμμα γράμμα την επιφάνεια του χεριού μου. Και σβήνω και ξαναγράφω, προσχέδιο κανονικό για να φτάσω σπίτι και να το αποτυπώσω σωστότερα στα τετράδιά μου. 
    Στο δρόμο με ένα στυλό στο χέρι. Περιμένοντας ένα ερέθισμα, μια μυρωδιά που θα μου φέρει αναμνήσεις και σκέψεις παραπλήσιες, γεμάτες συνειρμούς, μια μικρή εικόνα που θα πιάσει το βλέμμα μου. 
Για να γράψω. 

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2010

Ώρες γεμάτες

Είναι αυτές οι στιγμές που λες 
για πάντα θέλω να κρατήσουν. 
Αδειάζει το μυαλό από καθετί άχρηστο 
και μένεις εσύ, 
η ζεστασιά και η χαρά στην καρδιά μου. 


Μένει το τώρα στα καστανοπράσινά σου μάτια 
που με κοιτούν 
και το μετά χάνεται στα αμέτρητα φιλιά μας. 
Και ξαγρυπνώ χωμένη στην αγκαλιά σου, 
να σε κοιτώ και να μεθώ 
από το άρωμα του κορμιού σου που με τυλίγει. 
Και ζαλισμένη ύστερα αφήνομαι, 
γλυκά, υγρά φιλιά στο λαιμό σου, 
σταγόνες που σε τρελαίνουν 
και βάζουν σε χορό τα χέρια σου, 
να χαϊδεύουν το σώμα μου. 


Οι ανάσες σου κόβονται και τεντώνεσαι 
αναριγώντας στο παραμικρό μου άγγιγμα 
στη σπονδυλική σου στήλη. 
Νυχάκια και ακροδάχτυλα 
να διαγραφούν νοητές αυλακιές στην πλάτη σου, 
ακούραστες. 
Με σταματάς κλείνοντας τα χέρια μου στα δικά σου 
και σφίγγοντας με πάνω σου. 


Και έτσι περνάνε οι ώρες.

Χαμηλώνω πια τα βλέφαρά μου και ακούω. 
Την καρδιά σου συγχρονισμένα να χτυπά με τη δική μου, 
δυνατά, γρήγορα. 
Μιλούν εκείνες για μας. 
Προσεύχονται να σταματούσε ο χρόνος, 
μα εκείνος αμείλικτος περνά και μας χωρίζει. 


Τώρα δεν είσαι εδώ
Και νιώθω τόσο μεγάλο το κενό πλάι μου, μέσα μου... 

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2010

Καλά Χριστούγεννα!!!!

Βγήκα σήμερα λευκά φορώντας, 
να ντύσω τη μέρα μου κι ας μη χιονίζει, 
με πνεύμα γιορτινό και χαρούμενο 
που ανακλάται από τα μάτια μου 
στο χαμόγελο μου. 


Περπατώ καμαρωτά όπως πάντα 
και νιώθω τόση αγάπη να ξεχειλίζει από μέσα μου. 
Συναντώ παιδιά, άντρες, γυναίκες 
και τους χαρίζω όλη εκείνη την αγάπη 
μέσα από ένα χαμόγελο και μια ευχή: 
Καλά Χριστούγεννα... 


Τα παιδιά χαμογελούν 
και κρύβονται πίσω από τους γονείς τους. 
Εκείνοι στην ηλικία μου 
και ακόμη πιο μεγάλοι απορούν 
και με κοιτάζουν αμήχανα καθώς περνώ. 
Και οι άλλοι, οι παππούδες και οι γιαγιάδες 
ανταποδίδουν γλυκά παραξενεμένοι και κείνοι λίγο... 


Γιατί είναι λίγοι, ή ίσως και ελάχιστοι 
εκείνοι που θα βγουν και θα μοιράσουν 
την ευτυχία και την αγάπη που νιώθουν, 
φοβισμένοι οι περισσότεροι 
θα την κρύψουν καλά 
στα ντουλάπια της καρδιάς τους... 


Εγώ βγήκα. 
Δε ντράπηκα και μίλησα σε όλους. 
Ίσως κάποιος το κάνει και για σας. 
Όπως και να χει σίγουρα το κάνω εγώ 


Καλά Χριστούγεννα!