Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010

«Τ’ αστέρια του ουρανού.»

    Τι λες σε ένα μικρό παιδί, που σου ζητά να του κατεβάσεις ένα αστέρι; Αρχικά λες ότι δεν φτάνεις, ότι τ’ αστέρια είναι πολύ ψηλά, δίπλα στο Θεό. Εκείνο τότε σταματά για λίγο, μα μετά αναρωτιέται με περισσότερη περιέργεια:
«Γιατί δε μου δίνει ο Θεός ένα αστεράκι;»
Τώρα τι μπορείς να πεις;
      Τις προάλλες, βρέθηκα στην ίδια θέση. Η μικρή μου αδερφή με βουρκωμένα μάτια, με ρωτούσε:
     «Γιατί δε μου δίνει ο Θεός ένα αστεράκι;»
Χωρίς να το σκεφτώ πολύ, της απάντησα:
     «Κοίτα τ’ αστέρια. Πάνω σε κάθε αστέρι ζει κι ένας άνθρωπος που έχει φύγει από κοντά μας και τον αγαπούσαμε πολύ. Όταν πέφτει ένα αστέρι, σημαίνει πως κάποιος, κάπου, πεθαίνει. Εκείνο, παίρνει την ψυχή του και ανεβαίνει ξανά πάνω, στον ουρανό.
     »Άδειο αστέρι δεν υπάρχει, είναι το σπίτι όσων έφυγαν από τη ζωή και δεν μπορούν πια να μείνουν στη γη. Κάθε αστέρι και μία ψυχή, που κοιτάζει από ψηλά τα αγαπημένα πρόσωπα που άφησε πίσω.
     »Θα ήθελες να μείνει κάποιος χωρίς σπίτι;» τη ρώτησα τελειώνοντας.
     «Όχι », μου απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. Φαίνεται είχε ακούσει και σκεφτεί όλα όσα της είπα.
     Εγώ βέβαια, μπορεί απλά να προσπαθούσα να της λύσω την απορία, δίνοντας της μα παραμυθένια απάντηση, αλλά εκείνη το πίστεψε και σταμάτησε να ζητά αστέρι απ’ το Θεό. Πάντως, νομίζω πως αυτή την απάντηση την έδωσα και στον εαυτό μου. Όχι επειδή ήθελα τ’ αστέρια του ουρανού, αλλά επειδή ήθελα να σιγουρευτώ, πως ο παππούς μου, που έφυγε πριν τέσσερα χρόνια, είναι καλά. Ζει σ’ ένα λαμπερό αστέρι και μας κοιτάζει χαμογελώντας…
     Κοιτάζω τ’ αστέρια, τον ψάχνω στο νυχτερινό, ξάστερο ουρανό. Έχει ψύχρα αλλά δεν μπαίνω μέσα, απλά συνεχίζω το ψάξιμο μέχρι να βρω τον παππού μου.

Δευτέρα 8 Νοεμβρίου 2010

~Φιλήδονη νεράιδα~

Βγήκε σκυφτός από το καφενείο του χωριού και κατηφόρισε μόνος προς το σπίτι. Τα κλειδιά χτυπούσαν μέσα στην τσέπη του παλιού σακακιού του σε κάθε βήμα. Περπατούσε βαριά και νωχελικά και οποίος δεν ήξερε, βλέποντάς τον θα ορκιζόταν πως ο Σταύρος είχε περάσει μια πολύ κουραστική μέρα. Δεν υπήρχε όμως κάτοικος στο χωριό που να μην γνωρίζει την ιστορία του.
Τρία χρόνια τώρα, από τότε που έχασε την γυναίκα του ο Σταύρος είχε παρατήσει τα πάντα. Δεν δούλευε πια και το χωράφι του, που κάποτε ήταν γεμάτο από φρούτα και λαχανικά, τώρα έστεκε βρώμικο και απεριποίητο, με ελάχιστα λαχανικά να σαπίζουν και να γίνονται ένα με το χώμα. Πέρναγε όλη του τη μέρα στο ετοιμόρροπο καφενείο όπου μαζεύονταν και οι υπόλοιποι άντρες και έπινε, κάπνιζε, ό,τι τέλος πάντων του είχε απαγορεύσει ο ιατρός να κάνει.
"Ο Σταύρος από τότε που έχασε τη γυναίκα του παράτησε την ίδια του τη ζωή" , έτσι έλεγαν όλοι βλέποντας τον κάθε μέρα όταν περπατώντας έτσι σκυφτά, γυρνούσε σπίτι. Φτάνοντας, άνοιξε αργά αργά την πόρτα, μπήκε μέσα και ανάσανε με ανακούφιση. Δεν άντεχε άλλο να διαβάζει τον οίκτο σε κάθε πρόσωπο που τον κοιτούσε, ήθελε να εξαφανιστεί και να μην ασχοληθεί ποτέ κανείς ξανά μαζί του.
Μόνο εδώ στο σπίτι του έβρισκε ηρεμία. Μόνο εδώ ξεχνούσε το λόγο που έκανε τους άλλους να τον λυπούνται, γιατί εδώ η γυναίκα του ζούσε. Η Άννα ήταν μαζί του, τόσο όμορφη όσο ήταν στην πρώτη τους γνωριμία πριν 15 χρόνια και με το βλέμμα της γεμάτο ερωτικές υποσχέσεις. Με τη σκέψη της στο νου του ο Σταύρος άναψε ανυπόμονα  φωτιά.
Οι φλόγες δεν άργησαν να αγκαλιάσουν το ξύλο και να θεριέψουν. Ένα στρώμα γαλάζιο από οινόπνευμα βγαλμένο, ηφαίστεια που τα καυσόξυλα σχηματίζουν, βαμμένα με λάβα που βράζει φωτιά και στάχτες που οδηγούν τα αθώα μάτια σε μαύρη άβυσσο. Εκείνος πονηρός όμως κοιτούσε με πόθο τη φωτιά...

Το βλέμμα του καθρέφτιζε τις κιτρινοκόκκινες γλώσσες να τρεμοπαίζουν χωρίς σταματημό. Ξάφνου άνοιξαν πύρινες πόρτες και μορφή από φωτιά σμιλεμένη εμφανίστηκε. Ξανθιά μάγισσα στα κόκκινα ντυμένη που άρχισε να λικνίζεται στο ρυθμό της φωτιάς που την περιέβαλε. Εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Το αίμα έβραζε από διέγερση μέσα του και το μυαλό του γέμιζε από εικόνες γλυκιάς, αμαρτωλής ηδονής και υπέροχων αναμνήσεων. Έχανε τον εαυτό του στις καμπύλες του κορμιού της που χόρευαν χωρίς σταματημό και ήθελε όσο τίποτε άλλο να απλώσει τα χέρια του να την κλείσει στη δική του αγκαλιά.
"Άννα..." η φωνή του ήταν σπασμένη καθώς τη φώναξε. Η οπτασία μπροστά του χαμογέλασε γλυκά στο άκουσμα του ονόματος "εδώ είμαι αγάπη μου, μαζί σου" Η φωνή της χαμηλή αισθησιακή, έκανε την καρδιά του να σκιρτά, όπως τότε.
Νεράιδα ντυμένη της λαγνείας είχε εμφανιστεί στο πανηγύρι του χωριού για της αποκριές και βάλθηκε να χορεύει με φόντο τη φωτιά στη μέση της πλατείας. Πάντα ήθελε να τραβάει τα βλέμματα όλων, ιδιαίτερα των αντρών. Μα εκείνη τη μέρα ο Σταύρος το ένιωθε, ήταν μόνο για κείνον. Ένα με τη φωτιά γινόταν το κορμί της, έτοιμο να παραδοθεί στα χέρια του. Εκείνη τη νύχτα την έκανε δική του σε πάλη καυτού ιδρώτα. Μια εβδομάδα αργότερα γυναίκα του για πάντα. Δεν υπολόγισε όμως τη φωτιά.
Στην Άννα πάντα άρεσε να παίζει μαζί της, γέμιζε το σπίτι με αναμένα κεριά και χόρευε ανάμεσα στις μικρές φλόγες που αντί να σβήνουν μεγάλωναν προκλητικά να την κλείσουν μέσα τους. Μέχρι που τα κατάφεραν. Δύο εβδομάδες το πολύ είχαν περάσει από το γάμο τους όταν ένα βράδυ ο Σταύρος γύρισε σπίτι από το χωράφι και την είδε να χορεύει ανάμεσα σε δεκάδες κεριά, μεθυσμένη.
"Τρελάθηκες πια; θα βάλεις καμία φωτιά στο τέλος!"
εκείνη πήγε κοντά του και τον αγκάλιασε, άρχισε να τον φιλάει στο λαιμό και παράλληλα χόρευε και έδενε τα άκρα της γύρω του.
"Σε θέλω." του ψιθύρισε.
"Μάγισσα..."
μόνο αυτό πρόλαβε να της πει και την ξάπλωσε εκεί, ανάμεσα στα αναμμένα κεριά, βουβούς θεατές του έρωτα τους. Ξύπνησε στο κρεβάτι του γυμνός χωρίς εκείνη και σηκώθηκε μεμιάς να την ψάξει. Μπαίνοντας στο σαλόνι τον παρέλυσε το θέαμα που αντίκρισε. Η Άννα κίτονταν στη μέση του δωματίου και γύρω της φυλακή είχε φτιάξει η φωτιά. Μόλις βρήκε τη φωνή του άρχισε να της φωνάζει να σηκωθεί μα τίποτα, δεν τον άκουγε, δεν κινούνταν. Έτρεξε μέσα από τη φωτιά και την έβγαλε από το σπίτι στην αγκαλιά του φωνάζοντας της ακόμη για να συνέλθει. Τίποτα. Η Άννα είχε φύγει και δεν θα γύριζε ποτέ πίσω.
Κι όμως δύο μέρες τώρα γύριζε. Κάθε βράδυ όταν ο Σταύρος άναβε το τζάκι που στη μνήμη της έχτισε εκείνη ερχόταν, χορεύοντας μέσα από τις φλόγες. Κάθε βράδυ έκαναν έρωτα νοερά μέσα από αυτόν τον αισθησιακό της χορό.
"πάρε με μαζί σου" της ψιθύρισε ένα βράδυ μόλις έκανε να φύγει καθώς έσβηνε η φωτιά.
"Είσαι σίγουρος;" του είπε κοιτώντας τον στα μάτια. Εκείνος δεν απάντησε παρά άπλωσε τα χέρια του και έκλεισε την πύρινη μορφή της μέσα στην αγκαλιά του.
"Για πάντα μαζί" ψιθύρισε και αφέθηκε να τον τυλίξουν οι φλόγες.

~
*

Πέμπτη 4 Νοεμβρίου 2010

Mahatma Gandhi


Κραυγές και Ψίθυροι.
 Μια μέρα, ένας σοφός Ινδός έκανε την παρακάτω ερώτηση στους μαθητές του:
-"Γιατί οι άνθρωποι ουρλιάζουν όταν εξοργίζονται;"
-"Γιατί χάνουν την ηρεμία τους" απάντησε ο ένας.
-"Μα γιατί πρέπει να ξεφωνίζουν παρότι ο άλλος βρίσκεται δίπλα τους;" ξαναρωτά ο σοφός.
-"Ξεφωνίζουμε, όταν θέλουμε να μας ακούσει ο άλλος" είπε ένας άλλος μαθητής Και ο δάσκαλος επανήλθε στην ερώτηση: "Μα τότε δεν είναι δυνατόν να του μιλήσει με χαμηλή φωνή;
Διάφορες απαντήσεις δόθηκαν αλλά.. καμμιά δεν ικανοποίησε τον δάσκαλο..
"Ξέρετε γιατί ουρλιάζουμε κυριολεκτικά όταν είμαστε θυμωμένοι;
Γιατί όταν θυμώνουν δυό άνθρωποι, οι καρδιές τους απομακρύνονται πολύ..  και για να μπορέσει ο ένας να ακούσει τον άλλο θα πρέπει να φωνάξει δυνατά,  για να καλύψει την απόσταση.. 
Όσο πιο οργισμένοι είναι, τόσο πιό δυνατά θα πρέπει να φωνάξουν για ν'ακουστούν.

Ενώ αντίθετα τι συμβαίνει όταν είναι ερωτευμένοι;
Δεν έχουν ανάγκη να ξεφωνήσουν, κάθε άλλο, μιλούν σιγανά και τρυφερά..
Γιατί; Επειδή οι καρδιές τους είναι πολύ πολύ κοντά. Η απόσταση μεταξύ τους είναι ελάχιστη. Μερικές φορές είναι τόσο κοντά που δεν χρειάζεται ούτε καν να μιλήσουν... παρά μονάχα ψιθυρίζουν.
Και όταν η αγάπη τους είναι πολύ δυνατή δεν είναι αναγκαίο ούτε καν να μιλήσουν, τους αρκεί να κοιταχθούν.
 Έτσι συμβαίνει όταν δυό άνθρωποι που αγαπιούνται  πλησιάζουν ο ένας προς τον άλλον.

Στο τέλος ο Σοφός είπε συμπερασματικά:
"Οταν συζητάτε μην αφήνετε τις καρδιές σας να απομακρυνθούν, μην λέτε λόγια που σας απομακραίνουν, γιατί θα φτάσει μια μέρα που η απόσταση θα γίνει τόσο μεγάλη που δεν θα βρίσκουν πιά τα λόγια σας το δρόμο του γυρισμού"

Πέμπτη 21 Οκτωβρίου 2010

Όλα όσα ήθελα

Τα χείλη σου να ενώνονται με τα δικά μου, 
η γεύση σου γεύση να μου μένει. 
Το σώμα μου να κλείνεται στο δικό σου 
και συ να με χαϊδεύεις απαλά, 
αναστεναγμοί απόλαυσης που κρύβω 
κάτω από μια βαριά ανάσα, 
ρίγη που διαπερνούν τη σπονδυλική μου στήλη 
και φτάνουν τα δάχτυλα σου στη  λυγισμένη μου μέση. 

Όλα όσα ήθελα, 
μαζί σου, 
για ώρες αγκαλιασμένοι. 
Τα χείλη μου καψαλίζουν τη σάρκα σου 
καθώς σε φιλάω στο λαιμό, 
ρουφώντας το άρωμα του σώματος σου. 
Τα χέρια μου να επαφίενται στους ώμους σου 
και τα ακροδάχτυλά μου να ακουμπούν το σβέρκο σου, 
αίσθηση που μένει.

Και έφυγε ο ήλιος 
και το φεγγάρι έτσι μας βρήκε αγκαλιά. 
Και έπρεπε να φύγεις. 
Σε αποχαιρέτησα με ένα ακόμη φιλί 
και σε πήρε ο δρόμος μακριά μου 
δίνοντας μου βροχή να με συντροφεύει στη μελαγχολία. 


Και σήμερα, 
με την πρώτη ευκαιρία 
χαράσσω το όνομα σου στην άμμο...



τώρα που αρχίζω να σε συνηθίζω, 
μου λείπεις τόσο πολύ όταν δεν είσαι εδώ...

*

Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2010

Πίσω από το παράθυρο

Μορφή από το παράθυρο εμφανίζεται. 
Παρακολουθεί κρυφά κάθε μου βήμα, με ακολουθεί. 
Κανείς δεν κοιτά πίσω απ' τα παράθυρα τι γίνεται, 
ποια σκιά κρύβεται. 


Πλέκω τα δάχτυλα μου στα μαλλιά μου, 
κίνηση μηχανική που άθελά μου συχνά κάνω. 
Σηκώνω το κεφάλι και τον βλέπω. 
Συναντιέται το βλέμμα του με το δικό μου 
απ' το ανοιχτό παράθυρο, και αποτραβιέται. 
Φόβος; αμηχανία; 
μια χαραμάδα άνοιγμα μένει και τον ψάχνω. 
Βλέπω τα δάχτυλα του να ακουμπούν πάνω στο σκούρο τζαμί 
αλλά πρόσωπο χαμένο το δικό του. 
Χαμένος πάλι στη σκιά. 


Προχώρησα 
Τα μάτια του πάνω μου κόλλησε ενώ εγώ συνέχισα να περπατάω. 
Τα ένιωθα την πλάτη μου να τρυπάνε 
βγάζοντας κραυγές μοναξιάς. 
Και μούδιασα, 
εκεί στη μέση του δρόμου, 
ζαλίστηκα και άρχισα τον έλεγχο 
να χάνω του κορμιού μου, 
τα γόνατά μου κόπηκαν 
σαν τσεκούρι κοφτερό πάνω τους να έπεσε 
και χύθηκα χωρίς πνοή, 
στη μέση εκεί του δρόμου. 
Κανείς δεν κοίταξε, κανείς δε νοιάστηκε, 
μόνο η σκιά εκείνη από την ανοιχτή ακόμη χαραμάδα 
μου ψιθύριζε συγνώμη... 


Άνοιξα τα μάτια και τον άκουσα, 
κοίταξα έξω και τον είδα. 
"Συγνώμη", 
μου είπε ξανά και έφυγε. 
Και έμεινα φυλακισμένη εγώ τώρα, 
τη θέση του να απολαμβάνω στις σκιές. 
Άνοιξα εντελώς το παράθυρο.
Άνθρωποι πήγαιναν, έρχονταν, 
κανείς δε σταματούσε, κανείς δεν κοίταζε προς το μέρος μου. 
Πήρα τη θέση εκείνου και τον ελευθέρωσα. 
Ικανοποίηση ένιωθα 
και ας ήμουν αόρατη πια, 
τυλιγμένη στην ομίχλη του αγνώστου.

Δευτέρα 11 Οκτωβρίου 2010

σαν γατάκι...

Δεν απλώνομαι. 
Στο κρεβάτι σαν γατάκι κουρνιάζω 
στην αγκαλιά σου 
για να ζεσταθω από το κρύο. 

Τρίβομαι πάνω στο σώμα σου 
παρακαλώντας για τα δάχτυλα σου 
πούπουλα 
να ταξιδέψουν στο κορμί μου, 
να ανεβεί η θερμοκρασία, 
πυρετός 
στα χείλη μου 
και να με γιατρέψεις. 

Θάλασσα ολόκληρη ο πόθος σου, 
σταγόνες δροσιάς τα φιλιά σου. 
Και γω γατάκι ανάμεσα στα πόδια σου 
να γουργουρίζω 
δεχόμενη με ευχαρίστηση τα χάδια σου.

*

Και ύστερα νυχάκια βγάζω, 
δεν αγριεύω, όχι
μα ελαφρά χαράσσω πάνω σου
κάθε μου σκέψη
κάθε μου θέλω 
για να το πραγματοποιήσω

Σε σημαδεύω,
περιοχή δική μου
που πάντα θα μένεις
Και σκίζω 
φλέβα δική σου και δική μου
ένα το αίμα να γίνει
να σε κουβαλώ πάντοτε μέσα μου.

*

Παρασκευή 8 Οκτωβρίου 2010

ΜΙΑ ΣΠΟΥΔΑΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Καταληψίες χρόνου, 
που σταματούμε για χάρη της 
τα ρολόγια της καθημερινότητας, 
εμείς γίναμε. 


Καθισμένοι σε κρύα πατώματα, 
τσιμέντου που αναταράσσεται 
από τις φωνές μας. 
Με τσιγάρα στριφτά 
και κιθάρες που αφουγκράζονται τη συγκίνηση. 


Καθισμένοι σαν σε παραλία, πλάι πλάι 
με Εκείνη φωτιά, 
να καίει στη μέση. 
Η ζεστασιά της να καλύπτει τον κρύο αέρα που φυσάει 
και να μας πλημμυρίζει θαλπωρή. 


Με μάτια βουρκωμένα, 
κρυμμένα πίσω από μαύρα γυαλιά, 
μας κοιτάει έναν έναν. 
Πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, 
όλα με χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη, 
όλοι με μάτια που "αντίο" φωνάζουν 
καθώς πίσω την κοιτούν, 
"θα μας λείψετε". 
Και διαβάζοντας τόσα, 
αγκαλιάζει στοργικά κάθε βλέμμα, 
και κλαίει. 


Γέλια ακούγονται 
σπάζοντας την πικρή στιγμή του αποχωρισμού 
και τραγούδια που φέρνουν παλιών εποχών αναμνήσεις. 


Έπρεπε και άλλα να ακουστούν... 



Μία σπουδαία γυναίκα 
που αγάπησε και έδωσε πολλά.
Μια δεύτερη μάνα
που τυχεροί, βρήκαμε να μας περιμένει 
δίνοντας ζωή και χαρά 
στις παλιές αίθουσες, 
τους μουντούς τοίχους που μας περικύκλωναν.

Καθηγήτρια, οδηγήτρια κάθε στιγμής, 
δασκάλα ήθους και ζωής, 
που πάντα στις καρδιές και στο μυαλό μας θα μένει

Αφιερωμένο στην Κ.Μ.

Τετάρτη 6 Οκτωβρίου 2010

Σκιά στον τοίχο

Σκιά στον τοίχο,
από τις στάχτες βγαλμένη του καιόμενου.
Με κοιτά εξεταστικά και συνεχώς.
Περιμένει κάποιο ατόπημα
Κάποιο παραστράτημα
να με περιγελάσει


Χαραγμένη για πάντα εκεί
ξεχασμένη από ανθρώπου μάτι
καταδικασμένη να τους βλέπει
να ρχονται, να φεύγουν
και βήμα να μην έχει να κάνει


Εγώ στάθηκα,
ακατανόητη συμπεριφορά
Έμεινα με το βλέμμα μου καρφωμένο
να της ανταποδίδω ότι άλλοι τις στερούν
προσόχη


Τα χείλη της σφιγμένες λεπτές γραμμές
δεν άνοιγαν
προϊδέαζαν παρουσία αντρική


Τα ανόμοια της μάτια με περιεργάζονταν ασταμάτητα
τι να σκεφτόταν άραγε
ποτέ δεν θα τολμούσα να μαντέψω


Ίσως και κείνη
όπως όλοι οι άλλοι, αναρωτιώταν
Γιατί έμεινα...;
γιατί σκέκομαι εδώ μαρμαρωμένη...;
Τίποτα φαινομενικά δεν υπάρχει
παρά μια μουτζούρα,
πρόσωπο αντρικό,
σκιά κρυμμένη στον τοίχο...


Άξαφνα κινείται και βγάζει φωνή

"Φύγε..!" μου λέει και βουρκώνει

Δεν το κουνάω απ τη θέση μου

"Θα σου κάνω παρέα" της απαντώ


"Φύγε...! δεν αξίζω το βλέμμα σου και την παρουσία σου."

"Θα μείνω"

"Τρελή θα σε πουν, παράξενη, αν μαζί μου σε δουν.
Ζεις σε κόσμο που εγώ δεν έχω θέση,
ασπρόμαυρη φιγούρα γενήθηκα,
εδώ στον βρώμικο αυτό τοίχο,
να γερνώ, να ξεθωριάζω με το χρόνο"

"Έτσι είναι όλοι,
φυλακισμένοι οικειοθελώς σε ασπρόμαυρη ταινία
χωρίς να ζουν πραγματικά
χωρίς να αγαπάνε
περιμένουν άπραγοι το τέλος


Εγώ όμως πράττω διαφορετικά
και μεθώ πίνοντας τη ζωή
χορεύω φορώντας όλα τα χρώματα της πλάσης
και τραγουδώ σκορπίζοντάς τα,
γλυκιά μελωδία για να πείσω κι άλλους να με ακολουθήσουν.





Έλα μαζί μου,

μόνο εσύ να τους διδάξεις μπορείς
γιατί η καρδιά σου
σχεδιασμένη να μη φαίνεται
κάτω από το πουκάμισό σου
χτυπάει πιο δυνατά από πολλές άλλες

έλα μαζί μου..."

Γκρίζες σταγόνες, βρόχινες,
έσταξαν στον τοίχο
και η σκιά σαν να λυτρώθηκε
από λόγια που αιώνες περίμενε να ακούσει
...χάθηκε
αφήνοντάς με πίσω ακόμη να κοιτώ και να προσμένω.