Τρία χρόνια τώρα, από τότε που έχασε την γυναίκα του ο Σταύρος είχε παρατήσει τα πάντα. Δεν δούλευε πια και το χωράφι του, που κάποτε ήταν γεμάτο από φρούτα και λαχανικά, τώρα έστεκε βρώμικο και απεριποίητο, με ελάχιστα λαχανικά να σαπίζουν και να γίνονται ένα με το χώμα. Πέρναγε όλη του τη μέρα στο ετοιμόρροπο καφενείο όπου μαζεύονταν και οι υπόλοιποι άντρες και έπινε, κάπνιζε, ό,τι τέλος πάντων του είχε απαγορεύσει ο ιατρός να κάνει.
"Ο Σταύρος από τότε που έχασε τη γυναίκα του παράτησε την ίδια του τη ζωή" , έτσι έλεγαν όλοι βλέποντας τον κάθε μέρα όταν περπατώντας έτσι σκυφτά, γυρνούσε σπίτι. Φτάνοντας, άνοιξε αργά αργά την πόρτα, μπήκε μέσα και ανάσανε με ανακούφιση. Δεν άντεχε άλλο να διαβάζει τον οίκτο σε κάθε πρόσωπο που τον κοιτούσε, ήθελε να εξαφανιστεί και να μην ασχοληθεί ποτέ κανείς ξανά μαζί του.
Μόνο εδώ στο σπίτι του έβρισκε ηρεμία. Μόνο εδώ ξεχνούσε το λόγο που έκανε τους άλλους να τον λυπούνται, γιατί εδώ η γυναίκα του ζούσε. Η Άννα ήταν μαζί του, τόσο όμορφη όσο ήταν στην πρώτη τους γνωριμία πριν 15 χρόνια και με το βλέμμα της γεμάτο ερωτικές υποσχέσεις. Με τη σκέψη της στο νου του ο Σταύρος άναψε ανυπόμονα φωτιά.
Οι φλόγες δεν άργησαν να αγκαλιάσουν το ξύλο και να θεριέψουν. Ένα στρώμα γαλάζιο από οινόπνευμα βγαλμένο, ηφαίστεια που τα καυσόξυλα σχηματίζουν, βαμμένα με λάβα που βράζει φωτιά και στάχτες που οδηγούν τα αθώα μάτια σε μαύρη άβυσσο. Εκείνος πονηρός όμως κοιτούσε με πόθο τη φωτιά...
Το βλέμμα του καθρέφτιζε τις κιτρινοκόκκινες γλώσσες να τρεμοπαίζουν χωρίς σταματημό. Ξάφνου άνοιξαν πύρινες πόρτες και μορφή από φωτιά σμιλεμένη εμφανίστηκε. Ξανθιά μάγισσα στα κόκκινα ντυμένη που άρχισε να λικνίζεται στο ρυθμό της φωτιάς που την περιέβαλε. Εκείνος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Το αίμα έβραζε από διέγερση μέσα του και το μυαλό του γέμιζε από εικόνες γλυκιάς, αμαρτωλής ηδονής και υπέροχων αναμνήσεων. Έχανε τον εαυτό του στις καμπύλες του κορμιού της που χόρευαν χωρίς σταματημό και ήθελε όσο τίποτε άλλο να απλώσει τα χέρια του να την κλείσει στη δική του αγκαλιά.
"Άννα..." η φωνή του ήταν σπασμένη καθώς τη φώναξε. Η οπτασία μπροστά του χαμογέλασε γλυκά στο άκουσμα του ονόματος "εδώ είμαι αγάπη μου, μαζί σου" Η φωνή της χαμηλή αισθησιακή, έκανε την καρδιά του να σκιρτά, όπως τότε.
Νεράιδα ντυμένη της λαγνείας είχε εμφανιστεί στο πανηγύρι του χωριού για της αποκριές και βάλθηκε να χορεύει με φόντο τη φωτιά στη μέση της πλατείας. Πάντα ήθελε να τραβάει τα βλέμματα όλων, ιδιαίτερα των αντρών. Μα εκείνη τη μέρα ο Σταύρος το ένιωθε, ήταν μόνο για κείνον. Ένα με τη φωτιά γινόταν το κορμί της, έτοιμο να παραδοθεί στα χέρια του. Εκείνη τη νύχτα την έκανε δική του σε πάλη καυτού ιδρώτα. Μια εβδομάδα αργότερα γυναίκα του για πάντα. Δεν υπολόγισε όμως τη φωτιά.
Στην Άννα πάντα άρεσε να παίζει μαζί της, γέμιζε το σπίτι με αναμένα κεριά και χόρευε ανάμεσα στις μικρές φλόγες που αντί να σβήνουν μεγάλωναν προκλητικά να την κλείσουν μέσα τους. Μέχρι που τα κατάφεραν. Δύο εβδομάδες το πολύ είχαν περάσει από το γάμο τους όταν ένα βράδυ ο Σταύρος γύρισε σπίτι από το χωράφι και την είδε να χορεύει ανάμεσα σε δεκάδες κεριά, μεθυσμένη.
"Τρελάθηκες πια; θα βάλεις καμία φωτιά στο τέλος!"
εκείνη πήγε κοντά του και τον αγκάλιασε, άρχισε να τον φιλάει στο λαιμό και παράλληλα χόρευε και έδενε τα άκρα της γύρω του.
"Σε θέλω." του ψιθύρισε.
"Μάγισσα..."
μόνο αυτό πρόλαβε να της πει και την ξάπλωσε εκεί, ανάμεσα στα αναμμένα κεριά, βουβούς θεατές του έρωτα τους. Ξύπνησε στο κρεβάτι του γυμνός χωρίς εκείνη και σηκώθηκε μεμιάς να την ψάξει. Μπαίνοντας στο σαλόνι τον παρέλυσε το θέαμα που αντίκρισε. Η Άννα κίτονταν στη μέση του δωματίου και γύρω της φυλακή είχε φτιάξει η φωτιά. Μόλις βρήκε τη φωνή του άρχισε να της φωνάζει να σηκωθεί μα τίποτα, δεν τον άκουγε, δεν κινούνταν. Έτρεξε μέσα από τη φωτιά και την έβγαλε από το σπίτι στην αγκαλιά του φωνάζοντας της ακόμη για να συνέλθει. Τίποτα. Η Άννα είχε φύγει και δεν θα γύριζε ποτέ πίσω.
Κι όμως δύο μέρες τώρα γύριζε. Κάθε βράδυ όταν ο Σταύρος άναβε το τζάκι που στη μνήμη της έχτισε εκείνη ερχόταν, χορεύοντας μέσα από τις φλόγες. Κάθε βράδυ έκαναν έρωτα νοερά μέσα από αυτόν τον αισθησιακό της χορό.
"πάρε με μαζί σου" της ψιθύρισε ένα βράδυ μόλις έκανε να φύγει καθώς έσβηνε η φωτιά.
"Είσαι σίγουρος;" του είπε κοιτώντας τον στα μάτια. Εκείνος δεν απάντησε παρά άπλωσε τα χέρια του και έκλεισε την πύρινη μορφή της μέσα στην αγκαλιά του.
"Για πάντα μαζί" ψιθύρισε και αφέθηκε να τον τυλίξουν οι φλόγες.
~
*








