Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Dorian Gray



Καταλύζουν το κεφάλι μου 
εικόνες, σκέψεις, μυρωδιές, ηδονές. 
Αφιέρωμα η ζωή στις απολαύσεις, 
να πονά, να δέχεται, να γεύεται 
καθετί απαγορευμένο. 

Το ποτό διάφανο κυλάει γρήγορα μέσα μου, 
ο καπνός σε δαχτυλίδια βγαίνει 
και τυλίγει το κορμί μου, 
την ψυχή μου. 

Ψυχή δοσμένη, πουλημένη, 
για νιότη, πλούτο και ομορφιά, 
ψυχή χαμένη, γερασμένη, 
σάπια, δηλητηριασμένη πια. 

Και γω καταδικασμένος να τη βλέπω 
απ' το παράθυρο που άνοιξε η τέχνη, 
απ' το πορτραίτο εκείνο, 
που γερνάει και χωλαίνει, 
όσο η μορφή μου μένει ατόφια 
στο μονοπάτι του χρόνου. 

Καταδίκη μου... 
Για να μου γίνει διδαχή το πάθημα μου 
και να εκτιμώ περισσότερο εκείνα 
τα εφήμερα στη ζωή, 
που σε κάνουν ευτυχισμένο 
ακριβώς επειδή κάποτε χάνονται 
και επειδή μέσα τους 
έχεις μάθει τα ουσιώδη της ζώης. 

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

{Θολοί πόνοι ανάμνησης} μέρος 3ο

 
   Τα μάτια μου ήταν κλειστά και όσο κι αν προσπαθούσα δεν μπορούσα να τα ανοίξω. Ήταν σαν κάποιος να είχε δέσει γύρω τους μαντίλι σφιχτό που έκανε τις φλέβες στους κροτάφους μου να χτυπούν με μανία. Το σώμα μου δεν το ένιωθα, ήμουν καθηλωμένη σε ένα κρεβάτι και δεν μπορούσα να κουνήσω τα άκρα μου. Ξάφνου φωνές γέμισαν το χώρο γύρω μου, φωνές που στην αρχή δεν καταλάβαινα μα ύστερα από λίγο μπόρεσα να ξεχωρίσω τα λεγόμενα τους.
"Γιατί την αφήσατε να βγει έξω;" ρωτούσε ένας άντρας, η φωνή του ανέδυε θυμό και αγωνία συνάμα.
"Φαινόταν καλά, φαινόταν να θυμάται."
"Μα δεν καταλαβαίνεις; δεν πρέπει να θυμάται! Ορκίστηκα να την κρατήσω μακριά από το παρελθόν, να διώξω τη λύπη της, να την κάνω ευτυχισμένη."
  Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια μου. Τη φωνή του σχεδόν την είχα ξεχάσει τις ώρες που έλειψα, με είχαν κυριεύσει οι αναμνήσεις και είχα αφήσει τον άγγελό μου έξω από τη ζωή μου. Πώς μπόρεσα;  τώρα που τον άκουγα το μόνο που ήθελα ήταν να ζητήσω συγνώμη, και αυτό έκανα. Ψέλλισα συγνώμη και αμέσως τον ένιωσα δίπλα μου.
"Όλα είναι καλά αγάπη μου μην ανησυχείς, σου κάναμε μια ηρεμιστική ένεση γιατί γύρισες πολύ ταραγμένη."
Όσο μου μιλούσε ο τόνος της φωνής του είχε ηρεμήσει και ηρεμούσα κι εγώ ακούγοντας τον και νιώθοντας το χέρι του πλεγμένο με το δικό μου.
"Κατεδαφίστηκε το πατρικό μου σήμερα, δεν μπορούσα να μην είμαι εκεί."
"Το ξέρω, μην ανησυχείς για τίποτα τώρα, ξεκουράσου και θα τα πούμε αργότερα."
Ένιωσα το φιλί του στο μέτωπο μου και ύστερα τον άκουσα να φεύγει. Όταν πια έμεινα μόνη αναλογίστηκα πόσα μου είχε προσφέρει.
   Μετά την κοροϊδία του παντρεμένου φίλου μου, το μόνο που με ενδιέφερε πλέον ήταν η καριέρα μου που για να αρχίσει απαιτούσε την άριστη απόδοση μου στη σχολή. Τα χρόνια των σπουδών πέρασαν χωρίς να το καταλάβω, χρόνια με πολύ διάβασμα και κούραση. Όταν πια τελείωσα κρατώντας το πτυχίο μου στο χέρι και με τις καλύτερες συστάσεις από όλους τους καθηγητές έπιασα γρήγορα δουλειά σε μια εφημερίδα. Χάρη στην εργατικότητα μου μέσα σε λίγους μήνες είχα αποκτήσει τη δική μου στήλη και ταξιδεύοντας γνώριζα τον κόσμο και ευαισθητοποιούσα για σοβαρά κοινωνικά προβλήματα μέσα από τα γραπτά μου. Αλλά δεν ήμουν ευτυχισμένη, πάντα κάτι έλειπε από τη ζωή μου. Κάτι που ήρθε σε ένα μου ταξίδι.
   Είχα καιρό πονοκεφάλους και αποφάσισα να κάνω κάποιες εξετάσεις. Μου βρήκαν όγκο στο κεφάλι, σε σημείο μη εγχειρήσιμο. Ο γιατρός που με ανέλαβε, Πέτρος Βεντέζης έκανε τα πάντα αλλά δεν μπόρεσε να με βοηθήσει, όχι οριστικά τουλάχιστον. Οι θεραπείες πολλές και μακροχρόνιες και κείνος πάντα δίπλα μου. Με ακολουθούσε στα ταξίδια μου, έπιασε ένα σπίτι κοντά μου στη Θεσσαλονίκη και τα χρόνια περνούσαν.
   Η κατάσταση μου όμως μετά τα 45 χειροτέρευσε, ο όγκος άρχισε να μεγαλώνει και χρειάστηκε να εγχειριστώ, έμεινε όμως ακόμη και τότε ένα υπόλοιπο στη θέση που ήταν αρχικά, και οι θεραπείες που ακολούθησαν κλόνισαν σοβαρά την υγεία μου.
   Είχα πια κουραστεί και ένιωθα το τέλος να πλησιάζει οπότε το μόνο που έμελλε να κάνω ήταν να τελειώσω κάποιες εκκρεμότητες. Πρώτη εκκρεμότητα να αποδεχθώ τα λάθη του παρελθόντος, εκείνο το ψέμα που κόστισε τη ζωή του αγαπημένου μου πατέρα και η δεύτερη ήταν να δώσω στο δήμο την άδεια να φτιάξει πάρκο στο οικόπεδο του πατρικού μου σπιτιού. Τα τσέκαρα στη λίστα του μυαλού μου και κοίταξα με τα μάτια της καρδιάς ό,τι είχε απομείνει ακόμη να γίνει.
   Ο Πέτρος είχε έρθει στη ζωή μου σαν άγγελος που μου πρόσφερε τη λύτρωση, μου έδωσε τον καρπό του λωτού για να ξεχάσω κάθε πόνο και με αγάπησε για να γίνει το παρελθόν θολή ανάμνηση και το παρόν όμορφες, αξέχαστες στιγμές. Του χρωστούσα κάτι χρόνια τώρα, καθώς λάμβανα αχόρταγα την αγάπη που μου είχε χωρίς όμως να το ανταποδίδω στο ελάχιστο, οπότε το φώναξα στο δωμάτιο μου. Με πλησίασε ήρεμα και όπως πάντα κάθισε πλάι μου και μου έπιασε το χέρι, γύρισα και τον κοίταξα, είχε γκριζάρει από τότε που τον γνώρισα, είχε ταλαιπωρηθεί κι εκείνος μαζί μου, άραγε πως έμοιαζα τώρα πια εγώ;
   Το χαμόγελο του άδειασε το μυαλό μου, μόνο ένα πράγμα μπορούσα πια να πω.
   "Σ' αγαπώ"  


 ------------------------------ΤΕΛΟΣ-----------------------------

Τρίτη, 7 Ιουνίου 2011

{Θολοί πόνοι ανάμνησης} μέρος 2ο

Τα βήματα μου με έσυραν στο σπίτι που τότε έμενα, λίγο πιο πέρα. Σήμερα είχα δώσει εντολή να ξεκινήσουν και μόλις έφτασα έριχναν την πρώτη βολή. Η τεράστια μπάλα κατεδάφισης έπεσε με μανία πάνω στον μπροστινό τοίχο και όταν έφυγε άφησε να πέσουν κομμάτια του στο έδαφος. Τα πόδια μου δε με κρατούσαν άλλο και κάθισα σε ένα σκαλί μιας πολυκατοικίας πιο πέρα, κάθισα και κοιτούσα την παιδική μου ηλικία, την αθώα, τη χαρούμενη να συνθλίβεται σιγά σιγά και να χάνεται. Γιατί εκεί την είχα αφήσει 42 χρόνια τώρα.
   Η μητέρα μου δεν με κατηγόρησε ποτέ άμεσα για τον θάνατο του.
"Ο Γιάννης μου είχε πρόβλημα με την καρδιά του χρόνια τώρα, κάποια στιγμή θα τον πρόδιδε " , αυτό έλεγε κάθε φορά που την ρωτούσαν, εγώ όμως το έβλεπα στα μάτια της όποτε με κοιτούσε, έφταιγα. Δεν με ρώτησε ποτέ τι είχε συμβεί εκείνο το βράδυ, μάλλον δεν την ενδιέφερε εφόσον δεν θα άλλαζε και τίποτα, κράτησε όσο μπορούσε τις σχέσεις μας τυπικές και με απέφευγε απροκάλυπτα.
   Όταν την παντρεύτηκε ο πατέρας μου έμαθα γρήγορα να τη λέω μητέρα, την αποδέχτηκα και μπορώ να πω τη συμπάθησα κιόλας αλλά τώρα πια ήταν όλα αλλιώς. Στο σπίτι είχε πέσει σιωπή, μια σιωπή που δεν άντεχα, ήταν λες και συνωμοτούσαν τα πάντα για να πάρω την απόφαση που πήρα λίγο αργότερα, τελειώνοντας το σχολείο, να φύγω.
   Η πρώτη σχολή που δήλωσα ήταν στη Θεσσαλονίκη, δημοσιογραφία. Το χαμηλό εισόδημα της "οικογενείας" μου -η σύνταξη θανάτου του πατέρα μου για την ακρίβεια- μου εξασφάλισε μια θέση στην εστία της σχολής. Για το μόνο που έπρεπε να κανονίζω μόνη μου λοιπόν ήταν το φαγητό. Βρήκα γρήγορα δουλειά σε μια βιβλιοθήκη, κάτι που αργότερα παρατήρησα πως με βοηθούσε πολύ σε διάφορες εργασίες που μου ανέθεταν από τη σχολή και χωρίς περιττά έξοδα. Και τολμώ να πω πως εκεί βρήκα και τον έρωτα της ζωής μου.
   Ήταν τακτικός πελάτης και "βιβλιοφάγος" όπως αποκαλούσε τον εαυτό του. Όποτε πιάναμε κουβέντα κρεμόμουν από τα χείλη του, ο τρόπος που μιλούσε για τα βιβλία ήταν μαγικός και η φωνή του με κυρίευε κάθε φορά. Με έκανε να αγαπήσω τα βιβλία, να τα διαβάσω και να κάνω τον συνήθη μονόλογο του διάλογο, μέχρι που εκείνος κρεμόταν επίσης απ' τα χείλη μου όποτε μιλούσα. Και εκεί γεννήθηκε ο έρωτας μας, πλατωνικός μέσα από λέξεις και όμορφες ιστορίες. Παρότι δεν ήμουν άσχημη, ο έρωτας μας παρέμεινε πλατωνικός, τώρα που τα θυμάμαι γελάω με τις απορίες μου.
Γιατί δεν συναντιόμαστε εκτός βιβλιοθήκης; γιατί δεν προχωράμε σε μια κανονική σχέση;
Τώρα γελάω, γιατί ξέρω ότι ήταν παντρεμένος.
   Βάζοντας τα δυο μου χέρια κάλυμμα στα μάτια τα προστάτεψα από την λαίλαπα της καυτής σκόνης που γεννούσαν τα μηχανήματα κατεδάφισης.
"Κυρία Λαμπρινού καλύτερα να φύγετε, δεν υπάρχει άλλωστε κάτι να προσφέρετε εδώ."
Τα μάτια μου έτσουζαν καθώς το πήρα απόφαση και σηκώθηκα να φύγω. Έκανα μερικά βήματα και κοίταξα πίσω, τώρα που η σκόνη είχε καταλαγιάσει έβλεπα καθαρά τα συντρίμμια της χαρούμενης, περασμένης μου εφηβείας.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

{Θολοί πόνοι ανάμνησης} μέρος 1ο


   Ο παλιός κινηματογράφος στεκόταν ακόμη όρθιος στην άκρη του μεγάλου δρόμου. Περιτριγυρισμένος από το ασημένιο περιτύλιγμα των εργασιών της οικοδομής και των αναμνήσεων. Χρόνια τώρα εγκαταλελειμμένο, οι εργασίες είχαν πάψει μα οι σκαλωσιές ακόμη το πλαισίωναν. Καθισμένη στο πάρκο απέναντι του το κοιτούσα. Ήταν σαν σίδερα και ξύλα, δυνάμεις ενωμένες, να παλεύουν ενάντια στην κατάρρευση.
   Πιο ψηλά πάνω απ' όσα τα δέντρα με άφηναν να δω ήξερα πως υπήρχε χώρος ακάλυπτος και ένας μεγάλος γερανός έκανε την εμφάνιση του. Μια σκουριασμένη κόκκινη μηχανή που είχε αφήσει καιρό τώρα τα καθήκοντά της παράμερα και απλά έστεκε πάνω από το κτίριο για να επιβλέπει όλους εκείνους που περνούσαν. Ήταν μέρα ακόμη αλλά έτρεμα στη σκέψη να περιηγηθώ στους δρόμους του μυαλού μου. Οι συνειρμοί όσο κι αν προσπαθούσα να τους διώξω, σαν κομμάτια παζλ που ολοκληρωνόταν, υποτάσσοντας τον αμφιβληστροειδή αποκτούσαν την αποκλειστικότητα των ματιών μου.
   Ήταν μια βόλτα που με έκανε αθώα να ψευδολογήσω εκείνο το βράδυ στους γονείς μου. Είπαμε τάχα με την Δέσποινα και τις άλλες να πάμε στο σινεμά απέναντι από το σπίτι μου και αντί για αυτό μας πήγε ο αδερφός της με το αυτοκίνητο σε ένα καινούριο μαγαζί των βορείων προαστίων με χορευτική μουσική. Είχαμε και οι τέσσερις φορέσει τα καλά μας, πήραμε την πολυπόθητη "άδεια" και φύγαμε. Πού να ‘ξερα να μην πω ψέματα, να μην πάω. Κι όμως όλα φαίνονταν τόσο όμορφα να κυλούν. Η μουσική σαγηνευτική και το αλκοόλ δυνατό, παγίδευαν κάθε σώμα στα δίχτυα μιας ασταμάτητης ζάλης. Πρόσωπα γνωστά και άγνωστα, θολά χρώματα πια που κινούνταν και οι ώρες περνούσαν.
   Όταν πια πήραμε το δρόμο του γυρισμού, η ταινία κόντευε να τελειώσει. Και τελείωσε πριν φτάσουμε. Οι τίτλοι του τέλους είχαν πέσει για όλους όταν σταμάτησε το αυτοκίνητο ένα δρόμο μακριά από τον κινηματογράφο και εμείς είχαμε απλά μείνει εκστασιασμένοι να παρακολουθούμε τη χαοτική κατάσταση που επικρατούσε μπροστά μας. Πυροσβεστικά σώματα και πυροσβέστες έτρεχαν πανικόβλητοι πέρα δώθε. Κάποιοι βρίσκονταν έξω και κουβαλώντας μάνικες προσπαθούσαν ακόμη να σβήσουν την πυρκαγιά και άλλοι πηγαινοέρχονταν στα καμένα συντρίμμια ψάχνοντας για επιζώντες. Σταματημένα αυτοκίνητα μπλόκαραν το δρόμο, περίεργοι για την πορεία της υπόθεσης, γυρεύοντας λίγο θέαμα. Ασθενοφόρα που εμφανίζονταν από κάθε γωνία προσπαθούσαν να περάσουν και να παραλάβουν τους τραυματίες, έχοντας τις σειρήνες τους να σφυρίζουν όσο πιο δυνατά γινόταν, σαν να διαγωνίζονταν τις κραυγές και το κλάμα που έμοιαζαν να πηγάζουν από κάθε ζωντανό οργανισμό και απλώνονταν όλο και περισσότερο στην ατμόσφαιρα.
   Ένα ασθενοφόρο σταμάτησε δίπλα μας και οι νοσοκόμοι κουβαλώντας ένα φορείο κατευθύνθηκαν τρέχοντας προς τη μάζα. Λεπτά αργότερα όλα σώπασαν, όταν γυρίζοντας πίσω αντίκρισα τον άντρα που βρισκόταν ξαπλωμένος με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Δεν είχα βγάλει κραυγή, δεν είχα τρέξει προς το μέρος του, μόνο κάρφωσα το βλέμμα μου στα ανοιχτά ακόμη μάτια του ψάχνοντας μια κίνησή τους που θα υποδείκνυε πως ζει.
   Έγειρε απαλά το κεφάλι στο πλάι και με κοίταξε. Καθρεφτίστηκα μέσα στο γαλάζιο των κουρασμένων ματιών του και είδα να χάνεται και η τελευταία σταγόνα ζωής μέσα σε ένα του δάκρυ. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου, τα δάκρυα τώρα μου έκαιγαν το πρόσωπο καθώς θυμόμουν τα μάτια του, λίγο πριν κλείσουν για πάντα, να δεσμεύουν τη μορφή μου.
Τότε, ένα κορίτσι στα τέλη της εφηβείας της, με ενέργεια, ζωντάνια, πάθος για τη ζωή.
Τώρα, μια μεσόκοπη γυναίκα, δυσκίνητη, γεμάτη φόβους και τύψεις. 
Όχι για το μέλλον, για το παρελθόν.