Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

ζεις;

Κλείνεις την πόρτα, σκοτάδι. Ούτε ένα φως μη σκίσει το προστατευτικό σου κάλυμμα  Νύχτα και χάνεσαι,  ψάχνεσαι επί ματαίω. Η μόνη ένδειξη ζωής δύο κούπες νερό. Η μια πάγος, η άλλη λάβα.
Τις λούζεσαι; Αισθάνεσαι. Πόνο, μαχαίρια. Πόνο, κάψιμο. Αισθάνεσαι, άρα ζεις. Τίποτε άλλο δεν έχει σημασία.
Λοιπόν; αποφάσισε.  Μην ψάχνεσαι. Άσε τις μικρές αμέτρητες φωνές στο κεφάλι σου να κυριαρχήσουν. Να μονομαχήσουν χωρίς να φαίνεται το αίμα που θα βάφει το δικό σου πρόσωπο και σώμα. Παλεύουν για σένα και μόνο εσύ πληγώνεσαι.
Μην ανησυχείς, κανείς δε βλέπει. Κανείς δεν θα δει. Δεν έχει μάτια ο κόσμος για τις μάχες της ψυχής. Που χαρακώνουν αργά μα βαθιά, που οδηγούν στον όλεθρο. Δεν έχει αυτιά ο κόσμος, γιατί συνήθως αδιαφορεί κι ας τρώνε τα αρπακτικά το ίδιο του το σώμα.

ΝΑΙ!

Νερό.
Κρύο, παγωμένο και το κεφάλι σου πονά.
Ζεστό, καυτό και τρυπάει το δέρμα.



Ααααααααααααααα 

ΟΥΡΛΙΑΖΕΙΣ!
Δεν έχασες τη μιλιά σου όπως ο κόσμος. Ουρλιάζεις και τρομάζουν οι φωνές στο κεφάλι σου. Κρύβονται σαν κυνηγημένοι στα λαγούμια τους, όλοι οι εαυτοί σου. Εκείνοι που αντιστέκονται στη μίζερη ζωή που διάλεξες. Τώρα ουρλιάζεις. Σ' ακούω.
Αντιστέκεσαι πια δίχως τη βοήθειά τους. Μπράβο. Συνέχισε. Μην τους αφήσεις να σε ελέγξουν. Μπορείς μόνος σου να ελευθερωθείς. Νιώσε. Είναι η πρώτη απόδειξη. Παραδέξου ότι φταις για όλα όσα σου προσάπτει ο κόσμος και κανε κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα.
Μα αυτή τη φορά οδήγα εσύ. Αφέσου. Άλλωστε δεν ακούν, δε βλέπουν, δε μιλούν.

Θανάτου ευχή; όχι, ζωής ελπίδα.