Παρασκευή, 27 Αυγούστου 2010

Τα δαιμόνια

Σμίλευε την πέτρα με απόκοσμα γρήγορους ρυθμούς,
το σκαρπέλο της πεταγόταν με μανία 
πάνω στην κρύα επιφάνεια
προς κάθε πιθανή κατεύθυνση


Χτύπαγε και χτύπαγε ασταμάτητα
καλύπτοντας κάθε άλλο θόρυβο
φτιάχνοντας έτσι ένα είδος μουσικής 
και γυμνή, κινούνταν εκστατικά στο ρυθμό του


Τα φτερά στην πλάτη της έμοιαζαν να απλώνονται 
στο σκοτεινό ουράνιο θόλο του υπογείου
και η αιχμή του βέλους που κρεμόταν απ' το λαιμό της
πετάριζε πάνω στο αλαβάστρινο στήθος της


Τα τέρατα ούρλιαζαν μέσα της
φώναζαν και απαιτούσαν την ολοκλήρωση
για να πάρουν αυτά, τα γκροτέσκο μορφή
να αποκτήσουν επιτέλους καρδιά


...ΤΑ ΔΑΙΜΟΝΙΑ...


Διάβαζα και διάβαζα,
κάθε σελίδα και όνειρο,
κάθε σελίδα και ανάγκη...
...για γραφή.


Όχι μέχρι να τελειώσω έλεγα.
Και τώρα τίποτα δε με κρατάει
τίποτα δεν τα κρατάει,
θέλουν πια από μέσα μου να βγουν


Γράμμα και ψίθυρος,
λέξη και δυναμώνει,
τελειώνει ο στίχος, και ουρλιαχτό.


Τα χέρια μου τρέχουν ακατάπαυστα
χτυπούν τα πλήκτρα με μανία
δημιουργούν θόρυβο 
να σκεπάσει τις κραυγές των δαιμονίων
ανώφελο


Το κεφάλι μου πάει να σπάσει
και οι φλέβες μου πετάγονται απ' το σώμα μου
έτοιμες να μου επιτεθούν
με αρχηγό την φυλακισμένη μου ψυχή
που απεγνωσμένα αναζητά τη διέξοδο
το κλειδί...
εμένα


Λαξεύω ψάχνοντας να βρω τον εαυτό μου,
θυσία να τον δώσω 
και ύστερα να ηρεμήσω


...για να ελευθερωθεί η ψυχή

Δευτέρα, 23 Αυγούστου 2010

Τέλος των διακοπών

Γραμμένο το βράδυ της Τετάρτης 18 Αυγούστου,
Σκόπελος

Περπατούσα αργά και αθόρυβα θέλοντας να απολαύσω για τελευταία φορά την ηρεμία του νησιού. Κατέβηκα από το δρόμο και κάθησα πάνω σε μια μεγάλη γυμνή πέτρα. Ένα μέτρο μπροστά μου απλωνόταν η θάλασσα και το μόνο που άκουγα μέσα στη νύχτα ήταν τα κύματα να σκάνε στους βράχους ολόγυρα μου. 
Τα φώτα τις πόλης σχημάτιζαν φωτινές σχισμές στα σκοτεινά νερά. Μακριά μου ο φάρος έδινε το σήμα στα καράβια για το λιμάνι. Αναβοσβήνοντας κάθε τόσο ένα πράσινο έντονο φως.  
Και γω άθελά μου σιγοτραγουδούσα... 

Μεσοπέλαγα αρμενίζω 
και 'χω πλώρη τον καημό 
και 'χω την αγάπη πρίμα 
και άλμπουρο το χωρισμό

Θάλασσα, μη με διώχνεις μακριά

Χωρισμέ, μου ματώνεις την καρδιά...



Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

Το μαξιλαράκι μου...

Μου έλειψε το μαξιλαράκι μου
Όχι 
Δεν είναι ψίχουλο που ακολουθώ 
πίσω στην παιδική μου ηλικία. 
Το παίρνω αγκαλιά και κοιμάμαι 
όπως θα παιρνα το αρρενωπό σου χέρι. 


Αν κοιμόμουν μαζί σου 
Θα πλεκα τα δάχτυλα μου στα δικά σου 
με το ένα μου χέρι, 
ενώ στο άλλο θα έκλεινα το μπράτσο σου, 
φέρνοντάς το κοντά στο στήθος μου. 
Η καρδιά μου θα χτύπαγε 
με το ρυθμό που κυλά το αίμα 
στις φλέβες σου. 


Αν κοιμόμουν μαζί σου 
θα ακουμπούσα το κεφάλι μου 
απαλά στο στέρνο σου 
και θα ένιωθα ασφαλής. 
Τα μαλλιά μου 
θα χάιδευαν το δέρμα σου 
και οι βλεφαρίδες των ματιών μου 
που θα πετάριζαν 
μέχρι ο ύπνος να με πάρει 
θα σε έκαναν να ανατριχιάσεις, 
στο ανεπαίσθητο σχεδόν άγγιγμα τους. 


Μου έλειψε το μαξιλαράκι μου
Ψάχνω τη μορφή σου 
παίρνοντας το αγκαλιά 
και πορεύομαι στο σκοτάδι της αβεβαιότητας.
Στη νύχτα 

Σάββατο, 21 Αυγούστου 2010

Κύματα

Λατρεύω ταξίδια με καράβι να κάνω, 
κι ας εχω κάνει τόσα λίγα. 
Τρέχω μόλις αποβιβαστούμε 
στην πλώρη. 

Εκεί, στην αγκαλιά κυμάτων που αφρίζουν, 
αφήνουν πίσω το λιμάνι 
και κάνοντας συντροφιά στα δελφίνια 
ακολουθούν το καράβι και ταξιδεύουν. 

Εκεί ταξιδεύω και γω. 
Τα κοιτώ λευκά 
να βγαίνουν από τις τουρμπίνες στην επιφάνεια 
και σιγά σιγά να ξεμακραίνουν, 
να γίνονται πάλι ένα με τη θάλασσα και να ηρεμούν, 
να μη θυμίζουν κύματα. 

Λατρεύω να με περιτριγυρίζει τούτο το βαθύ γαλάζιο. 
Να το κοιτώ με ζήλο 
προσπαθώντας τα μάτια μου 
να ακουμπήσουν έστω και φευγαλέα τον βυθό. 

Και ύστερα τι 

Πλημμυρισμένη και γω 
σαν τούτη τη γη γεμάτη 
και συνάμα άδεια, 
κρύα και μελαγχολική. 
Κοιτώ πίσω μου, 
γαλάζια γραμμή που διαγράφει την πορεία του πλοίου. 
Περιμένοντας η θάλασσα 
να με πάει σε μέρη ονειρικά 
να ζωντανέψω. 

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

Στίγματα Αισθημάτων

Το καταλάβαινα στη φωνή σου
που ίσα που ακουγόταν πια
στις ανάσες σου
που βαριές και ασυντόνιστες
άφηναν στίγματα στο τζάμι της καρδιάς μου
Που θολό πια
γινόταν τετράδιο για τις σκέψεις σου


Με τα ακροδάχτυλά σου
άφηνες σημάδια πάνω της,
λέξεις που έλεγαν 
"σε αγαπάω"
"σε νοιάζομαι"
"σε θέλω"
και "μου λείπεις"


Τις έγραφες με πάθος και πίστη
τόσο που έγιναν ένα με το αίμα 
που κυλά στις φλέβες μου
Μη θελήσεις να τις αφαιρέσεις ποτέ
γιατί στο λυκόφως
θα βυθιστεί η ψυχή μου,
θα περιμένω πάντοτε ο ήλιος να ανατείλει
μα εσύ θα κοιμάσαι μακριά μου
Και θα 'ναι αιώνια η αναμονή, 
χωρίς εσένα
αιώνιος ο ύπνος


Τώρα όμως είσαι εδώ
και κρατώ τη στιγμή μας αυτή
φυλαχτό στα μάτια μου
και τα κλείνω για να την προστατέψω
Και συ χαϊδεύεις απαλά τα βλέφαρά μου
με την πνοή σου
πριν τα φιλήσεις γλυκά
για να πάρεις λίγη από τη γεύση της στιγμής


Για να αφεθείς
και να χαθείς και συ μαζί μου
για λίγο, 
πριν ξημερώσει σε τούτο το όνειρο
που μας σκεπάζει κάθε βράδυ

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Αλλαγή τοπίου

Βόλτα στην παραλία
εγώ να περπατώ μόνη στο λιμάνι
και η Αργώ σε αναπαράσταση
λίγη της αρχαίας πραγματικότητας
ρυθμικά να ακολουθεί ακίνητη
τα κύματα της θάλασσας

Κάπου εκεί, να παίζει
πετώντας πάνω κάτω
ένας γλάρος
Παρασυρμένος από κάποιο καράβι
άραξε κι εκείνος για λίγο το λιμάνι.

Τετάρτη, 11 Αυγούστου 2010

Βραδινό σύννεφο

Σύννεφο στάθηκε εμπρός μου
και έκρυψε από τα μάτια μου τα αστέρια
Μια γκρίζα μάζα στο μαύρο του ουρανού


Έψαξα το σχήμα του να βρω
μα ανήσυχο εκείνο
συνεχώς αλλάζει όψεις


Τη μια στιγμή άρμα φαινόταν
χωρίς άλογα,
να περνά αθόρυβα
τους δρόμους των αστεριών


Την άλλη νυχτολούλουδο
που μόλις άνοιξε τα πέταλά του
και ρουφάει αχόρταγα το σκοτάδι


Το ακολουθώ καθώς ταξιδεύει
πάνω  από τα βουνά
αφήνοντας πίσω του τα αστέρια
που πριν λίγο έκρυβε
να λάμπουν κλαίγοντας...
να το αποχαιρετούν.

Σάββατο, 7 Αυγούστου 2010

Χάραμα

Δεν ήθελα να κοιμηθώ
και πέρασαν οι ώρες
Τις ένιωσα να χαϊδεύουν το πρόσωπό μου
μαζί με τον αέρα
και να χάνονται

Ο ουρανός άστρα γεμάτος
άρχισε σιγά σιγά
τα μάτια του να ανοίγει
Και χάραξε η μέρα πάνω του
με το γαλάζιο της μελάνι

Δυο σύννεφα που έχασαν το δρόμο τους
γκρίζα ξεχώριζαν
Ένα βουνό στο βάθος
αγκαλιά ακόμη
στην ομίχλη της νύχτας,
κοιμόταν

Πήγε έξι και ακόμη να ξυπνήσει
περιμένει τον ήλιο να φανεί
πίσω από το αντικρινό βουνό
και να υφάνει πάνω του
χιλιάδες ηλιαχτίδες

Και να
ξεπροβάλλει
με το γλυκό του πρόσωπο
σιγά σιγά
νυσταγμένος ακόμη και δειλά
Μα με φως που εκτυφλωτικό
έπεσε αδιάκριτα στα κουρασμένα μου μάτια
και με υπνώτισε.

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Παίρνοντας τη στροφή

Το ταξίδι ξεκινά
οι ώρες κυλούν αργά στη διαδρομή
όπως κυλούν οι ρόδες
στον ασφαλτωμένο δρόμο
βασανιστικά

Και να,
παίρνουν την πρώτη στροφή
Βουνά εμφανίζονται πίσω της
γιγάντια, ριζωμένα στη γη
Πάνω τους κάθε λογής δέντρο έχει φυτρώσει
βάφοντάς τα με όλους τους πράσινους τόνους

Επόμενη στροφή
Εδώ δεσπόζουν έλατα
Χαρίζοντας απλόχερα το οξυγόνο
και τη δροσιά τους

Άλλη μία στροφή
και εμφανίζεται η λίμνη πίσω από τα έλατα,
στην αγκαλιά των βουνών
Γαλάζια, πράσινη, μπλε και μαύρη,
συνοδεύοντας τον αναποφάσιστο ουρανό

Παίρνοντας την τελευταία τη στροφή
ανοίγω δειλά το παράθυρό μου
και με λαχτάρα προσκαλώ
τον δροσερό αέρα του βουνού
και τη μαγευτική φύση
μαζεμένα όλα,
στων ματιών τη νοητή φωτογραφία